Τέσσερα χρόνια μετά τη στήλη μου «Από τις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας στις φυλακές της νοημοσύνης μας», η επικαιρότητα αποφάσισε να μας επιστρέψει στον τόπο του εγκλήματος. Όχι μεταφορικά. Στις ίδιες φουκούδες, στα ίδια 645 κιλά MDMA, στον ίδιο άνθρωπο που οι αρχές επέλεξαν τότε να μετατρέψουν από κατηγορούμενο σε συνεργάτη τους και μάρτυρα κατηγορίας.
Μόνο που αυτή τη φορά, ο άνθρωπος αυτός επανέρχεται στην επικαιρότητα για έναν εντελώς διαφορετικό λόγο. Σύμφωνα με δημοσίευμα του «Πολίτη» της 7ης Αυγούστου, ο 37χρονος συνελήφθη μετά την έκδοσή του από τη Βρετανία και τέθηκε υπό κράτηση για διερεύνηση 20 υποθέσεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, κλοπή, απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η φερόμενη ζημιά ανέρχεται στις €827.400. Πρόκειται, ασφαλώς, για υπό διερεύνηση αδικήματα και ο άνθρωπος δικαιούται το τεκμήριο της αθωότητας.
Το παρελθόν του, όμως, δεν είναι υπό διερεύνηση. Είναι ο άνθρωπος που είχε παραδεχθεί ενοχή για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος στην περιβόητη υπόθεση των 645 κιλών MDMA που βρέθηκαν στην Αυστραλία κρυμμένα σε φουκούδες, οι οποίες είχαν εξαχθεί από την Κύπρο. Καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης, εντάχθηκε στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων και συνεργάστηκε με τις Αρχές, ενώ οι σοβαρότερες κατηγορίες εναντίον του αποσύρθηκαν ώστε να καταθέσει εναντίον συγκατηγορουμένου του.
Και εδώ αρχίζει το ζήτημα που αφορά όλους μας. Όχι αν ένας άνθρωπος που καταδικάστηκε κάποτε, μπορεί αργότερα να κατηγορηθεί για άλλο αδίκημα. Φυσικά και μπορεί. Ούτε η σύλληψη αποδεικνύει από μόνη της ότι η τότε απόφαση των αρχών ήταν παράνομη ή προϊόν συναλλαγής.
Το ερώτημα είναι άλλο: τι ακριβώς κέρδισε η Κυπριακή Δημοκρατία από εκείνη τη συναλλαγή; Διότι μιλούμε για 645 κιλά MDMA. Όχι για μερικά γραμμάρια σε κάποιο νυχτερινό κέντρο. Μιλούμε για φορτίο βιομηχανικής κλίμακας, για οργανωμένη επιχείρηση με διεθνή διαδρομή, υποδομή, χρήμα, τεχνογνωσία και ανθρώπους ικανούς να κινήσουν ένα τέτοιο φορτίο από την Κύπρο μέχρι την Αυστραλία.
Ποιοι ήταν;
- Ποιος χρηματοδότησε την επιχείρηση;
- Από πού προήλθαν τα ναρκωτικά ή οι πρόδρομες ουσίες;
- Ποιοι βρίσκονταν πάνω από τους ανθρώπους που οδηγήθηκαν στο δικαστήριο;
- Ποιο δίκτυο αποκαλύφθηκε χάρη στη συνεργασία του προστατευόμενου μάρτυρα;
- Ποιοι συνελήφθησαν στην κορυφή της πυραμίδας;
Αν υπάρχουν πειστικές απαντήσεις, το κράτος ας τις δώσει. Αν δεν υπάρχουν, τότε έχουμε ένα πολύ σοβαρότερο πρόβλημα από έναν προστατευόμενο μάρτυρα που βρίσκεται σήμερα ξανά αντιμέτωπος με τη Δικαιοσύνη. Έχουμε ένα κράτος που οφείλει να εξηγήσει πώς διαχειρίστηκε μία από τις μεγαλύτερες υποθέσεις ναρκωτικών που συνδέθηκαν ποτέ με την Κύπρο.
Το 2022 έγραφα ότι στις μεγάλες υποθέσεις, το κρίσιμο δεν είναι πόσους πιάνεις, αλλά μέχρι πού φτάνει η έρευνα. Και διερωτόμουν ποιος έδωσε τις άδειες, ποιος γνώριζε, ποιος ερεύνησε και ποιος τελικά λογοδότησε.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, τα ερωτήματα δεν εξαφανίστηκαν. Απλώς γέρασαν. Και αυτό είναι ίσως το αποτελεσματικότερο σύστημα συγκάλυψης που διαθέτει ένα κράτος: όχι κατ’ ανάγκην να εξαφανίζει φακέλους μέσα στη νύχτα, αλλά να αφήνει τον χρόνο να εξαφανίζει τα ερωτήματα. Μια ανακοίνωση σήμερα, μια έρευνα αύριο, ένας ποινικός ανακριτής μεθαύριο, μια δικαστική διαδικασία που κρατά χρόνια και, στο τέλος, η κοινωνία θυμάται την ποσότητα, αλλά ξεχνά να ρωτήσει ποιοι βρίσκονταν πίσω της.
Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Η θεσμική αμνησία παραμένει. Η διακυβέρνηση Αναστασιάδη άφησε πίσω της σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιμετώπιζε υποθέσεις όπου συναντιούνταν οργανωμένο έγκλημα, Αστυνομία, Φυλακές και πολιτική εξουσία. Η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη είχε την ευκαιρία να κόψει αυτόν τον ομφάλιο λώρο. Να ανοίξει φακέλους. Να απαιτήσει απαντήσεις. Να πει ότι καμία σκιά προηγούμενης διακυβέρνησης δεν αποτελεί δική της υποχρέωση προστασίας. Όμως η σιωπή δεν αποτελεί ρήξη. Αποτελεί συνέχεια.
Και γι’ αυτό σήμερα το ερώτημα προς τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη είναι απλό: Είναι ικανοποιημένος με όσα γνωρίζει η κοινωνία για την υπόθεση των 645 κιλών; Θεωρεί ότι αποκαλύφθηκε ολόκληρο το δίκτυο; Θεωρεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία γνωρίζει ποιοι οργάνωσαν, χρηματοδότησαν και διευκόλυναν μια τέτοια επιχείρηση; Και εάν όχι, τι έκανε η κυβέρνησή του για να μάθει;
Δεν ζητούμε από έναν Πρόεδρο να καταδικάζει ανθρώπους. Αυτή είναι δουλειά των δικαστηρίων. Ζητούμε όμως από ένα κράτος να μη φοβάται τις ερωτήσεις. Διότι το πραγματικό σκάνδαλο σε τέτοιες ιστορίες δεν βρίσκεται πάντοτε σε όσα αποδεικνύονται. Βρίσκεται συχνά σε όσα ουδέποτε διερευνώνται μέχρι τέλους. Στα νήματα που κόβονται προτού φτάσουν ψηλότερα. Στους φακέλους που κλείνουν όταν η κοινωνία πάψει να κοιτάζει. Στην εκπληκτική ικανότητα ενός συστήματος να εμφανίζει αποτελέσματα χωρίς να απαντά στο βασικό ερώτημα: ποιον τελικά προστάτευσε;
Δεν γνωρίζω εάν στην υπόθεση των φουκούδων προστατεύθηκε οποιοσδήποτε πέραν όσων προβλέπονταν από τις αποφάσεις των αρμόδιων αρχών. Και ακριβώς επειδή δεν γνωρίζω, ρωτώ. Η δημοσιογραφία δεν είναι δικαστήριο. Δεν απονέμει ενοχή. Αλλά ούτε είναι γραφείο δημοσίων σχέσεων της εξουσίας. Όταν 645 κιλά MDMA ταξιδεύουν από την Κύπρο στην Αυστραλία και χρόνια αργότερα η κοινωνία εξακολουθεί να μη διαθέτει καθαρή εικόνα για ολόκληρη την αλυσίδα της υπόθεσης, η απαίτηση για απαντήσεις δεν είναι συνωμοσιολογία. Είναι στοιχειώδης δημοκρατικός έλεγχος.
Και όταν ο άνθρωπος που το κράτος επέλεξε ως συνεργάτη και μάρτυρά του επιστρέφει στην επικαιρότητα ως ύποπτος για είκοσι νέες υποθέσεις, ύψους €827.400, η πολιτεία έχει ακόμη έναν λόγο να εξηγήσει δημόσια εκείνη την επιλογή και, κυρίως, το αποτέλεσμά της.
Τι έδωσε;
Τι πήρε;
Ποιους αποκάλυψε;
Μέχρι πού έφτασε;
Και ποιοι έμειναν στο απυρόβλητο;
Δεν προδικάζω τις απαντήσεις. Απαιτώ να υπάρξουν. Γιατί από τις φουκούδες του 2019 μέχρι τις €827.400 του 2026 μεσολάβησαν επτά χρόνια. Δύο Πρόεδροι. υπουργοί, αρχηγοί, ανακριτές, εισαγγελείς, προαγωγές και δεκάδες ανακοινώσεις. Εκείνο που δεν άλλαξε είναι η απαίτηση του πολίτη να μάθει ποιος φυλάει τους φύλακες. Και κυρίως ποιος ερευνά εκείνους που το κράτος δεν έφτασε ποτέ να αγγίξει. Διότι οι φουκούδες μπορεί να είχαν διπλό πάτο. Η Δημοκρατία δεν δικαιούται να έχει.






