Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974, το Κυπριακό εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα και ανθεκτικά διεθνή προβλήματα. Η τελευταία μετατόπιση της τουρκικής πολιτικής, με την επίσημη υιοθέτηση της θέσης περί «δύο κυρίαρχων κρατών», διαφοροποιείται ουσιαστικά από το συμφωνημένο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων των τελευταίων δεκαετιών. Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι η λύση αυτή αντανακλά τις πραγματικότητες που διαμορφώθηκαν στο νησί. Ωστόσο, η ανάλυση του διεθνούς δικαίου, της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, της διεθνούς πρακτικής και των γεωπολιτικών εξελίξεων οδηγεί σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα. Ότι, δηλαδή, η λύση δύο κρατών δύσκολα μπορεί να εξελιχθεί σε διεθνώς αποδεκτή, λειτουργική και μακροπρόθεσμα βιώσιμη διευθέτηση, ενώ δυνατόν να επιφέρει σημαντικό κόστος όχι μόνο για τους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους, αλλά και για την ίδια την Τουρκία.
Διεθνές δίκαιο
Η πρώτη και ουσιαστικότερη παράμετρος αφορά το διεθνές δίκαιο. Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών έχει επανειλημμένα καθορίσει το πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού. Τα Ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984) χαρακτήρισαν νομικά άκυρη την ανακήρυξη του αποσχιστικού μορφώματος στα κατεχόμενα και κάλεσαν όλα τα κράτη να μην το αναγνωρίσουν. Η θέση αυτή δεν αποτελεί πολιτική επιλογή συγκυρίας, αλλά εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής του διεθνούς δικαίου περί μη αναγνώρισης καταστάσεων που προκύπτουν από χρήση βίας. Η αρχή αυτή έχει εφαρμοστεί επανειλημμένα από τη διεθνή κοινότητα, ακριβώς για να αποτραπεί η δημιουργία προηγούμενων που θα υπονόμευαν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Η διεθνής απομόνωση του αποσχιστικού καθεστώτος για περισσότερες από πέντε δεκαετίες αποδεικνύει ότι η διεθνής κοινότητα δεν αντιμετωπίζει το Κυπριακό ως ζήτημα δύο ισότιμων κρατικών οντοτήτων, αλλά ως ζήτημα παράνομης διαίρεσης ενός διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους [...].
Ευρωπαϊκό δίκαιο και κεκτημένο
Ανάλογη είναι και η εικόνα στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Από το 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί πλήρες κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Πρωτόκολλο 10 της Συνθήκης Προσχώρησης προβλέπει ότι το ευρωπαϊκό κεκτημένο έχει ανασταλεί προσωρινά στις περιοχές όπου η κυβέρνηση δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο, χωρίς όμως να αμφισβητείται η διεθνής κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η δημιουργία δεύτερου κυρίαρχου κράτους θα προϋπέθετε μια πρωτοφανή αναθεώρηση του ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου, που δεν διαφαίνεται πολιτικά εφικτή. Επιπλέον, θα δημιουργούσε σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου, την ιθαγένεια, την ελεύθερη κυκλοφορία, τα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης και τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.
Εξίσου σημαντική είναι η πολιτική διάσταση. Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία δεν αποτελεί απλώς μία από τις πιθανές επιλογές. Αποτελεί τη μοναδική βάση λύσης που έχει γίνει αποδεκτή διαχρονικά από το Συμβούλιο Ασφαλείας, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το σύνολο σχεδόν της διεθνούς κοινότητας. Από τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου του 1977 και του 1979 μέχρι το πλαίσιο Γκουτέρες το 2017, όλες οι ουσιαστικές προσπάθειες επίλυσης κινήθηκαν εντός αυτού του πλαισίου. Η εγκατάλειψή του θα σήμαινε ουσιαστικά επιστροφή στο σημείο μηδέν, χωρίς κοινά αποδεκτό σημείο αναφοράς και χωρίς καμία ένδειξη ότι μια νέα διαδικασία θα συγκέντρωνε ευρύτερη διεθνή υποστήριξη.
Διεθνής νομιμοποίηση και εφαρμοσιμότητα
Η πολιτική πραγματικότητα οδηγεί συνεπώς σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα. Η συζήτηση δεν αφορά το ποια λύση θα ήταν θεωρητικά επιθυμητή για κάθε πλευρά, αλλά ποια διαθέτει τις αναγκαίες προϋποθέσεις διεθνούς νομιμοποίησης και εφαρμοσιμότητας. Στο σημείο αυτό αρχίζει να αναδεικνύεται και μια δεύτερη διάσταση, ίσως ακόμα πιο σημαντική, που είναι κατά πόσον η ίδια η Τουρκία εξυπηρετεί τα μακροπρόθεσμα στρατηγικά της συμφέροντα επιμένοντας στη λύση δύο κρατών ή αν μια διαφορετική προσέγγιση θα μπορούσε τελικά να αποδειχθεί περισσότερο επωφελής.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να δοθεί με όρους ισχύος ή στρατιωτικής παρουσίας. Η σύγχρονη διεθνής πολιτική καθορίζεται ολοένα και περισσότερο από τη γεωοικονομία, τις ενεργειακές διασυνδέσεις, την πρόσβαση στις αγορές, τις αλυσίδες εφοδιασμού και την τεχνολογική συνεργασία. Υπό αυτό το πρίσμα, η συνέχιση του σημερινού αδιεξόδου συνεπάγεται για την Τουρκία σημαντικό κόστος ευκαιρίας.
Πρώτον, η ύπαρξη ενός άλυτου Κυπριακού εξακολουθεί να επηρεάζει τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά τις περιόδους προσέγγισης, το Κυπριακό παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που δυσχεραίνουν την πλήρη ανάπτυξη των ευρωτουρκικών σχέσεων. Η αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης, η περαιτέρω οικονομική ολοκλήρωση, η διεύρυνση της συνεργασίας στους τομείς της ενέργειας, της έρευνας, της ψηφιακής οικονομίας και των μεταφορών συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τη γενικότερη πολιτική σχέση μεταξύ Άγκυρας και Βρυξελλών. Μια συνολική λύση του Κυπριακού δεν θα εξάλειφε αυτομάτως όλες τις διαφωνίες, θα αφαιρούσε όμως έναν από τους σοβαρότερους διαχρονικούς παράγοντες έντασης.
Δεύτερον, η ενεργειακή γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου μεταβάλλεται. Τα κοιτάσματα φυσικού αερίου, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, οι θαλάσσιες μεταφορές και οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας προϋποθέτουν σταθερότητα και εμπιστοσύνη. Οι διεθνείς ενεργειακές εταιρείες και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί επενδύουν ευκολότερα σε περιοχές όπου οι κανόνες είναι σαφείς και οι πολιτικοί κίνδυνοι περιορισμένοι. Η επίλυση του Κυπριακού θα μπορούσε να μετατρέψει την Κύπρο από σημείο αντιπαράθεσης σε κόμβο περιφερειακής συνεργασίας, προς όφελος όλων των κρατών της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας.
Τρίτον, η διατήρηση του σημερινού καθεστώτος συνεπάγεται σημαντικό δημοσιονομικό και οικονομικό βάρος. Η οικονομική στήριξη του τουρκοκυπριακού τομέα, η διατήρηση ισχυρής στρατιωτικής παρουσίας και η ανάγκη συνεχούς πολιτικής και διοικητικής υποστήριξης αποτελούν διαχρονικές υποχρεώσεις για την Άγκυρα. Αντίθετα, μια λειτουργική ομοσπονδιακή λύση, ενταγμένη πλήρως στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, θα δημιουργούσε προϋποθέσεις σταδιακής οικονομικής αυτονόμησης, ευρύτερης διεθνούς χρηματοδότησης και ανάπτυξης ολόκληρου του νησιού.
Ρεαλιστική επιλογή
Το επιχείρημα ότι η λύση δύο κρατών αποτελεί τη μοναδική ρεαλιστική επιλογή επειδή αντανακλά τα σημερινά δεδομένα παραγνωρίζει μια βασική αρχή της διεθνούς διπλωματίας. Ότι οι διαπραγματεύσεις αποσκοπούν ακριβώς στη μεταβολή προβληματικών πραγματικοτήτων και όχι στη μονιμοποίησή τους. Αν η διεθνής κοινότητα νομιμοποιούσε κάθε εδαφική μεταβολή που προέκυπτε από στρατιωτική ισχύ, θα υπονόμευε την ίδια την αρχή της εδαφικής ακεραιότητας, πάνω στην οποία στηρίζεται το μεταπολεμικό διεθνές σύστημα.
Το ζητούμενο επομένως δεν είναι να «ηττηθεί» η Τουρκία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά να διαμορφωθεί ένα νέο στρατηγικό πλαίσιο στο οποίο η ομοσπονδιακή λύση θα καταστεί περισσότερο συμφέρουσα από τη διατήρηση του σημερινού αδιεξόδου. Η εμπειρία μεγάλων διεθνών διευθετήσεων αποδεικνύει ότι οι βιώσιμες συμφωνίες επιτυγχάνονται όταν όλες οι πλευρές αντιλαμβάνονται ότι τα οφέλη της συνεργασίας υπερβαίνουν το κόστος της σύγκρουσης. Και η Κυπριακή Δημοκρατία, σε στενή συνεργασία με την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός τέτοιου πλαισίου.
Παράλληλα, οι εύλογες ανησυχίες ασφάλειας και των δύο κοινοτήτων πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσα από μια σύγχρονη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται αποκλειστικά με στρατιωτική παρουσία, αλλά με αποτελεσματικούς δημοκρατικούς θεσμούς, ανεξάρτητη δικαιοσύνη, προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διεθνείς μηχανισμούς εφαρμογής και ισχυρή συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην παρακολούθηση της συμφωνίας. Το Κυπριακό δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πρόβλημα του παρελθόντος. Αποτελεί ζήτημα ευρωπαϊκής ασφάλειας, ενεργειακής συνεργασίας, περιφερειακής σταθερότητας και διεθνούς νομιμότητας. Η επιλογή μεταξύ της μόνιμης διχοτόμησης και μιας λειτουργικής ομοσπονδίας δεν αφορά μόνο δύο διαφορετικά συνταγματικά μοντέλα. Αφορά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της Ανατολικής Μεσογείου.
Συμπερασματικά, η επιμονή στη λύση δύο κρατών μπορεί να φαίνεται ότι διατηρεί τα σημερινά στρατηγικά κεκτημένα της Τουρκίας. Στην πραγματικότητα, όμως, εγκλωβίζει όλες τις πλευρές σε μια παρατεταμένη κατάσταση αβεβαιότητας, διεθνούς αντιπαράθεσης και περιορισμένων δυνατοτήτων ανάπτυξης. Η ιστορία διδάσκει ότι οι συγκρούσεις δεν επιλύονται όταν μια πλευρά επιβάλλει πλήρως τη βούλησή της στην άλλη, αλλά όταν όλες αντιληφθούν ότι η ειρήνη, η σταθερότητα και η κοινή ευημερία εξυπηρετούν καλύτερα τα μακροπρόθεσμα εθνικά τους συμφέροντα. Αυτή είναι, ίσως, η σημαντικότερη πρόκληση, αλλά και η μεγαλύτερη ευκαιρία για την Κύπρο, την Ελλάδα, την Τουρκία και την Ευρωπαϊκή Ένωση στις δεκαετίες που έρχονται.
*Πανεπιστημιακού-ανθρωπολόγου, πρώην πρύτανη






