Θα πεθάνουμε. Όλοι. Το ξέρουμε, αλλά δεν μας αρέσει ούτε να το λέμε ούτε να το σκεφτόμαστε. Προτιμάμε να τοποθετούμε τον θάνατο κάπου μακριά, σε μιαν απροσδιόριστη στιγμή του μέλλοντος. Κατά προτίμηση στα βαθιά γεράματα, όταν θα έχουμε προλάβει να ζήσουμε όσα θέλαμε και θα μπορούμε να τον αποκαλέσουμε «φυσική κατάληξη». Μέχρι τότε, χτυπάμε ξύλο.
Ο φόβος του θανάτου είναι ανθρώπινος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο φόβος γίνεται σιωπή. Όταν αρνούμαστε να συζητήσουμε οτιδήποτε μάς αναγκάζει να παραδεχτούμε ότι η ζωή έχει τέλος. Σε μια μικρή, κλειστή και βαθιά θρησκευόμενη κοινωνία, όπως η κυπριακή, ο θάνατος συνοδεύεται από ισχυρές παραδόσεις, τελετουργίες και αντιλήψεις. Ξέρουμε πώς να τον πενθήσουμε όταν έρθει. Δεν έχουμε μάθει, όμως, να μιλάμε γι’ αυτόν πριν έρθει. Μόνο που υπάρχουν συζητήσεις για τον θάνατο που πρέπει να κάνουμε ακριβώς επειδή είμαστε ακόμη ζωντανοί.
Η δωρεά οργάνων είναι μία από αυτές. Πριν από λίγες ημέρες, ο θάνατος μιας νεαρής γυναίκας έσωσε πέντε άλλους ανθρώπους. Διαβάσαμε την ιστορία, συγκινηθήκαμε και μιλήσαμε ξανά για το μεγαλείο της προσφοράς οργάνων. Πόσοι, όμως, αναρωτηθήκαμε τι θα θέλαμε να συμβεί αν αύριο βρισκόμασταν εμείς στη θέση της; Όχι επειδή πρόκειται να συμβεί. Αλλά επειδή μπορεί. Πόσοι έχουμε δηλώσει ότι επιθυμούμε να γίνουμε δωρητές οργάνων μετά τον θάνατό μας; Μάλλον πολύ λιγότεροι απ’ όσους βλέπουν θετικά τη δωρεά οργάνων. Γιατί άλλο να πιστεύεις στην αξία της και άλλο να μπεις στη διαδικασία να σκεφτείς τον δικό σου θάνατο. Ακόμη και αν ξέρεις ότι μέσα από αυτόν μπορείς να χαρίσεις ζωή σε άλλους ανθρώπους.
Ο θάνατος, όμως, έχει και άλλες συζητήσεις που αποφεύγουμε. Η αυτοκτονία εξακολουθεί να κουβαλά ένα τεράστιο βάρος σιωπής. Συχνά φοβόμαστε ακόμη και τη λέξη. Κι όμως, πίσω από αυτήν βρίσκονται άνθρωποι που υποφέρουν και προβλήματα που δεν εξαφανίζονται επειδή τα κρύψαμε κάτω από το χαλί. Η αυτοκτονία απαιτεί προσεκτικό και υπεύθυνο δημόσιο λόγο. Η σιωπή, όμως, δεν είναι πρόληψη. Δεν βοηθά τον άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια να τη ζητήσει, ούτε την κοινωνία να δει τι μπορεί να τον οδηγεί στην απόγνωση.
Και ύστερα υπάρχει η ευθανασία. Ίσως η πιο δύσκολη από όλες τις συζητήσεις. Για κάποιους είναι αδιανόητη. Τη θεωρούν θρησκευτικά μη αποδεκτή, ανήθικη. Την αντιμετωπίζουν όπως την αυτοκτονία. Για άλλους, ανάμεσά τους κι εγώ, αποτελεί δικαίωμα ενός ανθρώπου που βρίσκεται στο τελικό στάδιο μιας ανίατης νόσου να επιλέξει ένα τέλος με αξιοπρέπεια.
Ανάμεσα στις δύο θέσεις υπάρχουν τεράστια ηθικά, θρησκευτικά, ιατρικά και νομικά ερωτήματα. Και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να τα συζητήσουμε. Όχι για να συμφωνήσουμε. Δεν πρόκειται να συμφωνήσουμε όλοι. Αλλά επειδή η σιωπή δεν έλυσε ποτέ κανένα από αυτά τα ζητήματα. Δεν έδωσε απαντήσεις στον άνθρωπο που ζητά να έχει λόγο στο τέλος του, δεν βοήθησε εκείνον που βρίσκεται σε απόγνωση να ζητήσει βοήθεια, δεν έκανε περισσότερους να σκεφτούν ότι, όταν η δική τους ζωή τελειώσει, τα όργανά τους μπορεί να σώσουν μιαν άλλη. Απλώς μας γλίτωσε από την αμηχανία να μιλήσουμε για τον θάνατο.
Έχουμε μάθει να προετοιμαζόμαστε για τη ζωή. Προγραμματίζουμε, σχεδιάζουμε, μιλάμε για το αύριο. Κανείς δεν μας μαθαίνει να μιλάμε για το τέλος. Όχι για να ζούμε περιμένοντάς το. Ακριβώς το αντίθετο. Για να μπορούμε, όσο είμαστε εδώ, να πάρουμε αποφάσεις που αφορούν εμάς και τους ανθρώπους γύρω μας.
Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής. Όχι το ωραιότερο. Όχι εκείνο που θέλουμε να σκεφτόμαστε. Αλλά μέρος της. Θα πεθάνουμε. Το να το πούμε δυνατά δεν θα το κάνει να συμβεί νωρίτερα. Ίσως, όμως, μας βοηθήσει να μιλήσουμε λίγο καλύτερα για όσα έχουν αξία όσο ακόμη ζούμε.






