Υπάρχει κάτι βαθιά αντιφατικό στον τρόπο με τον οποίο συζητούμε το Κυπριακό το 2026. Από τη μία, όλοι συμφωνούμε ότι η λύση, αν, και όταν έρθει, θα πρέπει να στηριχθεί στην επαναπροσέγγιση των δύο κοινοτήτων. Μιλούμε για οικοδόμηση εμπιστοσύνης, για περισσότερες επαφές μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, για την ανάγκη να μάθουμε ξανά να ζούμε μαζί σε μια κοινή πατρίδα. Από την άλλη, κάθε φορά που προκύπτει μια πρωτοβουλία που φέρνει, έστω και έμμεσα, ανθρώπους πιο κοντά, η συζήτηση μετατρέπεται σε αντιπαράθεση. Η ακύρωση του NEXUS Festival στην Κερύνεια είναι ένα πρόσφατο παράδειγμα. Και ναι, είναι κατανοητές οι αντιδράσεις, ωστόσο η εισβολή και κατοχή δεν διαγράφονται επειδή διοργανώνεται μία συναυλία ή επειδή ανεβαίνουν στη σκηνή γνωστοί καλλιτέχνες. Οι πατρίδες δεν αλλάζουν με τη διοργάνωση συναυλιών. Το βίωμα των πολιτών για την Κερύνεια, αυτή η λαχτάρα του πόθου δεν αλλοιώνεται με κανέναν καλλιτέχνη που ανεβαίνει σε μια σκηνή. Υπάρχει πάντα η πολιτική διάσταση, υπάρχει η ιστορία, υπάρχει όμως και η μνήμη. Όσοι εξέφρασαν επιφυλάξεις ή διαφωνία έχουν επιχειρήματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Το ερώτημα όμως είναι αν μένουμε μόνο εκεί. Διότι, πέρα από το τι δεν θέλουμε να συμβαίνει, υπάρχει και το τι θέλουμε να συμβεί και δυστυχώς ως κοινωνία δεν υπήρξαμε ποτέ ιδιαίτερα τολμηροί.
Εδώ και δεκαετίες επενδύουμε σχεδόν αποκλειστικά στη διπλωματική διαδικασία. Περιμένουμε την επόμενη πενταμερή, την επόμενη συνάντηση, το επόμενο κοινό ανακοινωθέν, το επόμενο παράθυρο ευκαιρίας. Μας έρχονται και στις 26 Αυγούστου κατακαλόκαιρα για συνομιλίες. Αφού είδαμε πως το καλοκαίρι δεν μας πάει. Δυστυχώς, η πραγματικότητα είναι ότι για περισσότερο από μισό αιώνα συζητούμε τη λύση χωρίς να έχουμε καταφέρει να τη μετατρέψουμε σε κοινωνικό βίωμα και ίσως εκεί να βρίσκεται το μεγαλύτερό μας έλλειμμα. Πόσα πραγματικά βήματα κάναμε για να φέρουμε τους ανθρώπους των δύο κοινοτήτων πιο κοντά; Πόσα νέα οδοφράγματα ανοίξαμε, τα οποία τα συζητούμε λες και πρόκειται για ιστορική παραχώρηση και όχι για μια απλή διευκόλυνση της καθημερινότητας των πολιτών που ζουν σε αυτόν τον τόπο; Αν πραγματικά θέλουμε μια ομοσπονδιακή λύση, τότε η επαφή των ανθρώπων δεν μπορεί να μένει έξω από την εξίσωση, αλλά να είναι η βάση για τη λύση.
Το έγραφαν άνθρωποι που πίστευαν στον κοινό τόπο. Όπως η Σεβγκιούλ, η οποία φώναζε ξανά και ξανά πως χρειαζόμαστε περισσότερες κοινές πολιτιστικές δράσεις, περισσότερες αθλητικές διοργανώσεις, περισσότερες συναντήσεις νέων ανθρώπων, περισσότερες ευκαιρίες για να γνωριστούμε έξω από τα στερεότυπα και τις πολιτικές ταυτότητες. Χρειαζόμαστε μια στρατηγική, η οποία να κάνει τη συνύπαρξη φυσιολογική, προτού γίνει πολιτική πραγματικότητα. Και η Σεβγκιούλ πίστευε και έλεγε πως το Κυπριακό δεν θα λυθεί μόνο σε ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων. Θα λυθεί όταν περισσότεροι άνθρωποι και στις δύο πλευρές αρχίσουν να αντιλαμβάνονται ότι η συνεργασία δεν αποτελεί απειλή αλλά προϋπόθεση ενός κοινού μέλλοντος. Δεν είπε κανείς πως όλα αυτά λύνουν εύκολα το Κυπριακό. Πως ξαφνικά θα αλλάξει στάση η Τουρκία, ωστόσο οι δράσεις δείχνουν την πρόθεση αν θέλουμε να προχωρήσουμε πραγματικά στη λύση του Κυπριακού. Και ήρθε η ώρα επιτέλους να το πούμε ξεκάθαρα. Έστω και 52 χρόνια μετά.






