Η πρόταση της Κυπριακής Κυβέρνησης για τη μεταρρύθμιση του πρώτου πυλώνα του συνταξιοδοτικού έχει ένα αναμφισβήτητο πλεονέκτημα, επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των χαμηλών συντάξεων. Δεν είναι ούτε κοινωνικά, ούτε πολιτικά βιώσιμο να υπάρχουν άνθρωποι που έπειτα από μια ολόκληρη εργασιακή ζωή φτάνουν στη συνταξιοδότηση με εισόδημα που δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες. Σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος στέγασης, ενέργειας, τροφίμων και υπηρεσιών έχει αυξηθεί σημαντικά, η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των ηλικιωμένων είναι αναγκαία.
Το δομικό έλλειμμα της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης
Η κυβερνητική πρόταση για το συνταξιοδοτικό επιδιώκει να λύσει ένα υπαρκτό και επείγον πρόβλημα – τις χαμηλές συντάξεις υπό την πίεση του αυξημένου κόστους ζωής – αλλά δεν οδηγεί σε ένα συνταξιοδοτικό σύστημα κατάλληλο για μια κοινωνία που ζει περισσότερο
Σύμφωνα με τα παραδείγματα που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι μεγαλύτερες αυξήσεις θα κατευθυνθούν σε όσους έχουν χαμηλές αποδοχές. Χαρακτηριστικά, συνταξιούχος χαμηλών αποδοχών με 35 χρόνια καταβολής εισφορών και επτά επιδοτούμενα χρόνια, θα μπορούσε να λάβει σύνταξη €702 τον μήνα, έναντι €436 με το σημερινό σύστημα, δηλαδή αύξηση περίπου 50%.
Για τους σημερινούς συνταξιούχους, η κυβέρνηση αναφέρει ότι και οι περίπου 123.000 συνταξιούχοι γήρατος θα επηρεαστούν θετικά. Περίπου 50.000 αναμένεται να έχουν αύξηση άνω των €100 τον μήνα, ενώ περίπου 60.000 αύξηση κάτω από €100 σε βάθος πενταετίας.
Όλα αυτά είναι θετικά. Αλλά δεν συνιστούν από μόνα τους μια δομική μεταρρύθμιση. Οι αποφάσεις για το συνταξιοδοτικό πρέπει να έχουν ορίζοντα δεκαετιών.
Το πρόβλημα με την κυβερνητική πρόταση είναι ότι επιχειρεί να απαντήσει κυρίως στο ερώτημα πόση σύνταξη πρέπει να παίρνει σήμερα ο Κύπριος συνταξιούχος. Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση είναι να απαντηθεί το ερώτημα πώς θα οργανώσουμε και θα χρηματοδοτήσουμε τη ζωή των ανθρώπων σε μια κοινωνία όπου θα ζουν πολύ περισσότερα χρόνια.
Η πολυσταδιακή ζωή
Πρόκειται για την ουσία του συνταξιοδοτικού προβλήματος, όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά σε όλο τον κόσμο. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής είναι μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της σύγχρονης κοινωνίας. Είναι μια ευχάριστη εξέλιξη που δημιουργεί, όμως, νέες ανάγκες. Ένας άνθρωπος που ζει μέχρι τα 90 ή τα 100 χρόνια δεν χρειάζεται απλώς περισσότερα χρόνια σύνταξης. Χρειάζεται διαφορετική σχέση με την εργασία, την εκπαίδευση, την αποταμίευση, την υγεία, τη φροντίδα και τον ελεύθερο χρόνο.
Αυτό ακριβώς είναι το βασικό επιχείρημα του βιβλίου «The 100-Year Life: Living and Working in an Age of Longevity», των Lynda Gratton και Andrew J. Scott. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής ανατρέπει το παραδοσιακό μοντέλο των τριών σταδίων, δηλαδή τη σειρά εκπαίδευση, εργασία, συνταξιοδότηση. Το μοντέλο αυτό δημιουργήθηκε για μιαν εποχή στην οποία το προσδόκιμο ζωής ήταν μικρότερο και η περίοδος μετά την εργασία πολύ περιορισμένη σε σχέση με τη σημερινή.
Με προσδόκιμο ζωής που μπορεί να φτάνει τα 90 ή τα 100 χρόνια, η λογική αυτή παύει να είναι βιώσιμη. Δεν μπορεί κάποιος να εκπαιδεύεται μέχρι τα 25, να εργάζεται για 40 χρόνια και στη συνέχεια να θεωρείται αυτονόητο ότι θα περάσει δύο ή τρεις δεκαετίες εκτός οικονομικής δραστηριότητας, χρηματοδοτούμενος κυρίως από ένα δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα.
Η λύση που προτείνουν οι Gratton και Scott δεν είναι απλώς «να δουλεύουμε περισσότερο». Είναι να περάσουμε σε μια πολυσταδιακή ζωή. Εκπαίδευση, εργασία, επανεκπαίδευση, αλλαγή καριέρας, περίοδοι ελεύθερου χρόνου και νέα επιστροφή στην εργασία μπορούν να εναλλάσσονται σε διαφορετικές φάσεις της ζωής. Η εργασία δεν χρειάζεται να είναι μια ενιαία διαδρομή από τα 25 έως τα 65 και η συνταξιοδότηση δεν χρειάζεται να είναι το τέλος.
Αυτή η διάσταση απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό από την προτεινόμενη μεταρρύθμιση. Για να είμαστε δίκαιοι, καμία κυβέρνηση στον κόσμο δεν έχει ασχοληθεί με αυτή τη διάσταση. Η προσέγγιση παραμένει διαχειριστική. Αυτό κάνει και η Κυπριακή Κυβέρνηση.
Διατηρεί το όριο συνταξιοδότησης στα 65 και προβλέπει ότι όποιος συνεχίσει να εργάζεται έως τα 67 θα μπορεί να λάβει υψηλότερη σύνταξη. Ο συντελεστής της βασικής σύνταξης αυξάνεται σταδιακά από 1,1 στα 63 στα 1,5 στα 67. Είναι μια θετική κατεύθυνση, αλλά παραμένει μέσα στο ίδιο βασικό πλαίσιο σκέψης, δηλαδή εργασία μέχρι ένα συγκεκριμένο όριο και στη συνέχεια συνταξιοδότηση.
Δεν εξετάζεται πραγματικά η δυνατότητα μιας αγοράς εργασίας στην οποία ένας 65χρονος, 68χρονος ή 72χρονος θα μπορεί να εργάζεται διαφορετικά, λιγότερες ώρες, με διαφορετικό ρόλο ή μετά από μια νέα περίοδο εκπαίδευσης. Δεν εξετάζεται σε βάθος πώς η οικονομία θα μπορούσε να αξιοποιήσει το ανθρώπινο κεφάλαιο μιας κοινωνίας που γερνά, αλλά ταυτόχρονα διαθέτει ανθρώπους που μπορούν να παραμένουν ενεργοί για περισσότερα χρόνια.
Πώς θα μείνουμε στην εργασία
Εάν οι άνθρωποι ζουν 10 ή 15 χρόνια περισσότερο, αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι το κράτος θα καταβάλλει συντάξεις για περισσότερα χρόνια. Σημαίνει ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να σχεδιάζουν διαφορετικά την οικονομική τους ζωή. Θα πρέπει να αποταμιεύουν περισσότερο, να επανεκπαιδεύονται, να παραμένουν παραγωγικοί για μεγαλύτερο διάστημα και να μπορούν να μετακινούνται από μιαν επαγγελματική δραστηριότητα σε μιαν άλλη.
Οι Gratton και Scott θέτουν ακριβώς αυτό το ζήτημα. Όταν η διάρκεια της ζωής μεγαλώνει, η εκπαίδευση δεν μπορεί να περιορίζεται στην αρχή της ζωής. Η διαρκής αναβάθμιση δεξιοτήτων και η επανεκπαίδευση γίνονται προϋπόθεση για να παραμείνει κάποιος παραγωγικός σε μιαν εργασιακή ζωή που μπορεί να διαρκεί μισό αιώνα ή περισσότερο.
Η παρατήρηση αυτή έχει άμεση σχέση με το συνταξιοδοτικό. Ένας εργαζόμενος που παραμένει παραγωγικός σε μεγαλύτερη ηλικία, δεν είναι απλώς κάποιος που «καθυστερεί» να πάρει σύνταξη. Είναι κάποιος που συνεχίζει να δημιουργεί εισόδημα, να καταβάλλει εισφορές και να μειώνει τον χρόνο κατά τον οποίο εξαρτάται από το συνταξιοδοτικό σύστημα.
Με άλλα λόγια, η απάντηση στη δημογραφική γήρανση δεν μπορεί να είναι μόνο περισσότερες εισφορές ή μεγαλύτερες κρατικές μεταβιβάσεις. Πρέπει να είναι και περισσότερα χρόνια υγιούς και παραγωγικής ζωής.
Δημογραφικό και γήρανση
Εδώ συναντάμε τη δεύτερη μεγάλη αδυναμία της πρότασης της κυβέρνησης. Δεν λαμβάνει υπόψη τη δημογραφική διάσταση. Περισσότεροι άνθρωποι φτάνουν σε μεγαλύτερες ηλικίες, ενώ ο αριθμός των εργαζομένων σε σχέση με τους συνταξιούχους αναμένεται να πιεστεί. Αυτό σημαίνει ότι στο μέλλον ένα μικρότερο σχετικά εργατικό δυναμικό θα πρέπει να στηρίζει έναν μεγαλύτερο αριθμό συνταξιούχων.
Η πρόταση της κυβέρνησης διευρύνει τη χρηματοδοτική βάση, καθώς εισάγει υποχρέωση εισφοράς για ορισμένους εισοδηματίες που δεν εργάζονται, αλλά έχουν εισοδήματα από ενοίκια, μερίσματα, τόκους και άλλες πηγές. Παράλληλα, αναγνωρίζει περισσότερες περιόδους ως ασφαλιστικές, όπως περιόδους φροντίδας παιδιών, φροντίδας συγγενών, σπουδών, αναπηρίας και εισόδου στην αγορά εργασίας.
Πρόκειται για κοινωνικά δίκαιες επιλογές. Όμως έχουν κόστος. Ο αναλογιστής εκτιμά ότι η μεταρρύθμιση θα επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά κατά περίπου €50 εκατ. τον χρόνο στα πρώτα πέντε χρόνια. Την ίδια ώρα, το κράτος έχει συσσωρεύσει περίπου €12 δισ. χρέος προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την αποπληρωμή να εξετάζεται σε βάθος περίπου 40 ετών.
Η πρόταση έχει ασφαλώς και ένα σημαντικό δημοσιονομικό θετικό στοιχείο. Το κράτος δεσμεύεται να σταματήσει να δανείζεται τα μελλοντικά πλεονάσματα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Τα πλεονάσματα θα κατευθύνονται σε πραγματικό επενδυτικό αποθεματικό, το οποίο θα πρέπει να διαχειρίζεται με κανόνες διακυβέρνησης και επαγγελματικής επενδυτικής πολιτικής. Οι επενδυτικές αποδόσεις μπορούν να ενισχύσουν το Ταμείο. Δεν μπορούν να εξαφανίσουν τη δημογραφική πίεση. Ούτε μπορούν να υποκαταστήσουν την ανάγκη για μεγαλύτερη παραγωγικότητα, υψηλότερη συμμετοχή στην εργασία και καλύτερη προετοιμασία των πολιτών για μια πολύ μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Και υπάρχει ακόμη μια διάσταση, που συνήθως απουσιάζει από τη συζήτηση. Η ανάγκη για παροχή μακροχρόνιας φροντίδας.
Ένας άνθρωπος που ζει μέχρι τα 95 ή τα 100 δεν χρειάζεται μόνο σύνταξη. Μπορεί να χρειαστεί περισσότερες υπηρεσίες υγείας, φροντίδα, προσαρμοσμένη κατοικία και κοινωνικές υπηρεσίες. Μπορεί, βέβαια, να παραμείνει υγιής και ενεργός για πολλά χρόνια. Αλλά η πολιτική πρέπει να είναι έτοιμη και για τα δύο ενδεχόμενα.
Η μεγάλη διάρκεια ζωής είναι, επομένως, ταυτόχρονα δημογραφικό, οικονομικό, κοινωνικό και υγειονομικό ζήτημα.
Η κυπριακή μεταρρύθμιση βλέπει κυρίως τη μία πλευρά του προβλήματος, την επάρκεια της σύνταξης. Και πράγματι, η επάρκεια είναι κρίσιμη. Δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχία ένα βιώσιμο Ταμείο που καταβάλλει ανεπαρκείς συντάξεις. Αλλά ούτε μπορεί να θεωρείται επιτυχία ένα γενναιόδωρο σύστημα που δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί όταν αλλάξει η δημογραφική του βάση.
Τι λείπει
Η πραγματική πρόκληση είναι να συνδυαστούν τα δύο. Η μεταρρύθμιση θα μπορούσε να αποτελέσει την ευκαιρία για να κοιτάξει η Κύπρος 30 χρόνια μπροστά. Να σχεδιάσει όχι μόνο τη σύνταξη του σημερινού 65χρονου, αλλά τη ζωή του 65χρονου του 2055.
Πώς θα εργάζεται; Πόσες φορές θα αλλάζει επάγγελμα; Πότε θα επανεκπαιδεύεται; Πόσο θα αποταμιεύει; Πώς θα συνδυάζει εργασία και φροντίδα ηλικιωμένων γονέων; Πόσο θα μπορεί να παραμένει ενεργός; Τι θα συμβαίνει όταν χρειάζεται μακροχρόνια φροντίδα; Και ποιος θα πληρώνει για όλα αυτά; Αυτή θα ήταν μια πραγματική μεταρρύθμιση-τομή.
Θα μπορούσε, επίσης, να εξετάσει μηχανισμούς που να συνδέουν ορισμένες παραμέτρους του συστήματος με το προσδόκιμο ζωής. Δεν σημαίνει υποχρεωτικά αυτόματη αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης κάθε φορά που αυξάνεται το προσδόκιμο, μια ρήτρα που υπάρχει στην υπάρχουσα νομοθεσία.
Το ίδιο ισχύει για την εργασία μετά τα 65. Η συζήτηση δεν πρέπει να περιοριστεί στο αν κάποιος θα συνταξιοδοτηθεί στα 65 ή στα 67. Το ζητούμενο είναι μια αγορά εργασίας που θα επιτρέπει σε όσους το επιθυμούν, και μπορούν, να συνεχίσουν να εργάζονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα κάνουν στα 70 την ίδια δουλειά που έκαναν στα 40.
Η ιδέα της «πολυσταδιακής ζωής» των Gratton και Scott προσφέρει ακριβώς αυτή την αφετηρία. Η ζωή δεν χρειάζεται να είναι μια ευθεία γραμμή από το σχολείο στην εργασία και από την εργασία στη σύνταξη. Μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερες μεταβάσεις, περισσότερη μάθηση και διαφορετικές μορφές εργασίας και ελεύθερου χρόνου.
Αντίστοιχα, η συνταξιοδότηση μπορεί να γίνει περισσότερο ένα στάδιο οικονομικής ελευθερίας και λιγότερο ένα απότομο τέλος της παραγωγικής ζωής.
Αυτό απαιτεί αλλαγές πολύ πέρα από αυτό που παρουσίασε το Υπουργείο Εργασίας. Απαιτεί πολιτική για την εκπαίδευση ενηλίκων, την αγορά εργασίας, την υγεία, τη μακροχρόνια φροντίδα, τη φορολογία, την αποταμίευση και τις επιχειρήσεις.
Η Κύπρος έχει την ευκαιρία -από τη στιγμή που άνοιξε το θέμα- να κάνει το συνταξιοδοτικό της ένα εργαστήριο για τη ζωή του 2055. Να δει τη σύνταξη όχι ως τελικό προϊόν ενός ασφαλιστικού συστήματος, αλλά ως ένα μόνο κομμάτι ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου για μια πολύ μεγαλύτερη ζωή.
Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων
Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.







