Ο Νίκος Χριστοδουλίδης διεμήνυσε χθες στον Τουφάν Έρχιουρμαν ότι μαζί μπορούν να «γράψουν ιστορία». Και προχώρησε ένα ακόμη βήμα στη συνέντευξή του στη «Γενί Ντουζέν». «Αν τα πάντα ήταν στο χέρι του κ. Έρχιουρμαν και στο δικό μου, θα μπορούσαμε να φτάναμε σε λύση μέχρι την ερχόμενη εβδομάδα». Ακόμα και αν δεχτούμε ότι βρίσκονται στον ίδιο αστερισμό, προφανώς το Κυπριακό δεν εξαρτάται μόνο από τους δύο τους και λύση δεν θα έχουμε την ερχόμενη εβδομάδα. Υπάρχουν, όμως, πράγματα που βρίσκονται πολύ περισσότερο στα χέρια τους. Και γι’ αυτά, δεν χρειάζεται να περιμένουμε ούτε το επόμενο Κραν Μοντανά ούτε την επόμενη άτυπη 5+1.
Ο ίδιος ο Πρόεδρος έδωσε, άλλωστε, το στίγμα στη συνέντευξή του. Κατά την εκτίμησή του, «το μόνο θέμα που εκκρεμεί αυτή τη στιγμή είναι τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης». Ιδού, λοιπόν, πεδίον δόξης λαμπρόν για την αυριανή συνάντηση. Μόνο που κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για τα ΜΟΕ σαν να αρχίζουν και να τελειώνουν στο άνοιγμα των οδοφραγμάτων. Δεν αμφισβητούμε ότι τα σημεία διέλευσης είναι σημαντικά και η διάνοιξη νέων οδοφραγμάτων θα διευκολύνει την καθημερινότητα και αυξήσει την επαφή. Αλλά η Κύπρος έχει πολύ περισσότερα κοινά προβλήματα. Η ίδια η πραγματικότητα, από τη μία, το πρόσφατο ναυάγιο στην Κερύνεια και από την άλλη η πυρκαγιά στον σκουπιδότοπο στα κατεχόμενα, φρόντισε τις τελευταίες μέρες να μας το θυμίσει.
Αν οι κ. Χριστοδουλίδης και Έρχιουρμαν θέλουν πραγματικά να αλλάξουν το κλίμα, ας συμφωνήσουν σε έναν επιχειρησιακό μηχανισμό άμεσης επικοινωνίας για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Η έλλειψη αυτού του μηχανισμού είχε καταγραφεί και στο κυριακάτικο ρεπορτάζ του «Π» με τίτλο, «πού σκαλώνει η συνεργασία Ε/Κ και Τ/Κ μπροστά στον όλεθρο και την καταστροφή».
Το να εκφράζει η μία πλευρά στην άλλη τη θέλησή της για βοήθεια όταν συμβαίνει μια ανθρωπιστική ή περιβαλλοντική κρίση, δεν είναι αρκετό. Γι’ αυτό και στις πλείστες των περιπτώσεων η προσφορά αλληλοβοήθειας δεν γίνεται αποδεκτή. Σύμφωνα με ειδικούς και διπλωμάτες, οι τεχνικές και επιχειρησιακές δυσκολίες είναι υπαρκτές. Απαιτούνται κανάλια επικοινωνίας για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, πρωτόκολλα συνεργασίας, διοίκηση στη διαχείριση των κρίσεων, ασφάλεια, κοινή εκπαίδευση. Η συνεργασία δεν μπορεί να γίνει σε ad hoc βάση. Όλες οι δυνάμεις πρέπει να λειτουργούν κάτω από μία κοινή επιχειρησιακή εικόνα.
Υπό αυτά τα δεδομένα, έδαφος για το επόμενο βήμα υπάρχει. Τη φόρμουλα για την πρακτική συνεργασία θα την βρουν οι τεχνικές επιτροπές και οι τεχνοκράτες. Όπως και τους τρόπους να προσπεράσουμε τον φόβο της αναγνώρισης. Αυτό που παραμένει αγκάθι είναι η πολιτική βούληση. Αν πράγματι πιστεύουν ότι μπορούν να γράψουν ιστορία, ας ξεκινήσουν από σήμερα βάζοντας χρονοδιαγράμματα για τη δημιουργία αυτού του κοινού μηχανισμού πολιτικής προστασίας, με επίκεντρο την επιβίωση των ανθρώπων και του τόπου μας.






