Αν κάτι ανέδειξε η διαρροή για αγορά καινούργιας θωρακισμένης λιμουζίνας από το κράτος για προεδρική χρήση, δεν ήταν ούτε η αμετροέπεια, ούτε η υπερβολή της αγοράς. Ήταν η αναξιοπιστία του προέδρου.
Στην πρώτη του δήλωση ο Νίκος Χριστοδουλίδης ήταν ξεκάθαρος- δεν είχε ιδέα για την αγορά της νέας λιμουζίνας. «Ενημερώθηκα σήμερα το πρωί από τον Τύπο γι’ αυτή την πρόθεση να αγοραστεί. Δεν γνώριζα για κάτι τέτοιο», είπε. Προσδίδοντας στην άγνοιά του και χαρακτήρα ασφάλειας: «Κανένας Πρόεδρος δεν πρέπει να γνωρίζει για θέματα ασφάλειας», εξήγησε, «με ποιο τρόπο οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους αποφασίζουν να προχωρήσουν για να διασφαλίσουν κάποια θέματα». Όταν έγινε γνωστό πως επρόκειτο για απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου του οποίου προεδρεύει, το αφήγημα άλλαξε. Αλλά ελάχιστα έπεισε. Διότι η πρώτη του δήλωση δεν χωρούσε διαφορετική ερμηνεία. Αυτό που εννοούσε, σύμφωνα με τους εκπροσώπους του, ήταν ότι δεν γνώριζε τις τεχνικές λεπτομέρειες και τις προδιαγραφές του οχήματος. «Δεν είναι δουλειά του να γνωρίζει τις προδιαγραφές» εξηγούσε ο Γιάννης Αντωνίου, υποδεικνύοντας πως από τη στιγμή που η απόφαση είχε περάσει από το Υπουργικό, προφανώς και γνώριζε.
Κάποιος θα μπορούσε να εστιάσει στο αν χρειάζεται καινούργια λιμουζίνα, πώς δικαιολογείται ένα τέτοιο ποσό για την αγορά της, δεδομένου ότι η προηγούμενη είχε κοστίσει στο κράτος λιγότερο από το μισό ποσό; Ή τι λέει για τον Πρόεδρο και την κυβέρνηση το γεγονός ότι, ενώ γνώριζε από το πρωί ότι η αγορά καινούργιας λιμουζίνας είχε γίνει κομμάτι του δημόσιου διαλόγου, ο ίδιος παρουσιάστηκε εντελώς απροετοίμαστος στο να δώσει μια πειστική απάντηση για το ζήτημα, προσπαθώντας για μια ακόμα φορά να αποφύγει την ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης μετακυλώντας την αλλού. Αυτά, όμως, περνούν σε δεύτερη μοίρα από τη στιγμή που το γεγονός αυτό ανέδειξε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Και αυτό ήταν η έλλειψη αξιοπιστίας του Προέδρου.
Ήταν σχεδόν τρομακτικό να βλέπεις τον επικεφαλής του κράτους με τέτοια ευκολία να προσπαθεί να κρύψει την αλήθεια επειδή του χαλούσε την εικόνα. Για κάτι μάλιστα το οποίο μπορούσε εύκολα να ελεγχθεί και να διαψευστεί. Όπως και έγινε μέσα σε λίγες ώρες. Και να το πράττει με απόλυτη φυσικότητα. Διότι αν με τέτοια ευκολία ο Πρόεδρος τοποθετείται με τρόπο που αναιρεί τις πραγματικότητες (για να μην λογοδοτήσει ή για να εξυπηρετήσει ένα αφήγημα), πώς μπορεί κάποιος με βεβαιότητα να ξέρει πότε λέει αλήθεια; Θα πρέπει κάποιος να τον πιστέψει όταν δηλώνει π.χ. ότι είναι έτοιμος για σοβαρές συνομιλίες στο Κυπριακό με στόχο τη λύση; Ή ότι οι οικονομικές πολιτικές έχουν στο επίκεντρο τον μέσο πολίτη; Aν σ’ ένα τόσο απλό και εύκολα επαληθεύσιμο ζήτημα ο Πρόεδρος επιλέγει να μην πει την αλήθεια, τότε πώς μπορεί να ζητά από την κοινωνία να τον εμπιστευτεί στα πολύ σοβαρότερα;
Η λιμουζίνα δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Εντάσσεται σε μια γενικότερη πολιτική συμπεριφορά όπου η επικοινωνιακή αφήγηση συχνά έρχεται σε σύγκρουση με τις πραγματικότητες. Προεκλογικά, είχε υποσχεθεί ότι θα έκανε ένα Υπουργικό Συμβούλιο αποτελούμενο από τους καλύτερους τεχνοκράτες για να καταλήξει, τριάμισι χρόνια μετά, να έχει ένα απόλυτα κομματικό Υπουργικό αποτελούμενο, μεταξύ άλλων, από τους δύο αντιπροέδρους του ΔΗΚΟ. Ενώ μετεκλογικά, όταν είχε αποφασίσει να αυτοπλασαριστεί ως μεσάζων στη διένεξη μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, διέρρεε ότι το Ιράν μας ζήτησε να μεταφέρουμε μήνυμα στο Ισραήλ, για να βγει τελικά το Ιράν με τον πιο επίσημο τρόπο να μας διαψεύσει. Τουλάχιστον υπερβολική, αν όχι δύσκολα πιστευτή, ήταν και η ενημέρωση ότι είχε συνάντηση στο Προεδρικό με συνεργάτη του Τραμπ, κατά την οποία μάλιστα συνάντηση, συζήτησαν και ποιον/αν θα ήταν καλά ο Πρόεδρος της Αμερικής να επιλέξει, εφόσον εκλεγόταν, ως υπουργό Εξωτερικών. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιτικής του πορείας, ο Νίκος Χριστοδουλίδης έδειξε έτοιμος να δημιουργήσει και να λειτουργήσει σε μια παράλληλη πραγματικότητα για να εξυπηρετήσει την εικόνα που ο ίδιος είχε χτίσει για τον εαυτό του. Yποσχόμενος πράγματα που στη συνέχεια αναιρούσε ή αναδεικνύοντας γεγονότα που ελάχιστη σχέση είχαν με τα πραγματικά. Οι πραγματικότητες ποτέ δεν αποτέλεσαν εμπόδιο. Αντίθετα πάντα και κατά κανόνα προσαρμόζονταν σε αυτήν.
Πλέον όμως μιλάμε για ένα Πρόεδρο που με τη μεγαλύτερη ευκολία πιάνεται να λέει ψέματα. Με τρόπο που κατεδαφίζει τη σχέση εμπιστοσύνης της εξουσίας με τον πολίτη. Και αγγίζει τα θεμέλια της ίδιας της Δημοκρατίας. Διότι η δημοκρατία μπορεί να αντέξει μια ακριβή, ακόμα και αχρείαστη λιμουζίνα. Δεν μπορεί, όμως, να αντέξει ένα Πρόεδρο που η κοινωνία δεν ξέρει πότε λέει αλήθεια και πότε ψέματα.






