Ο λαγοκέφαλος συνεχίζει να εδραιώνει την παρουσία του στις κυπριακές θάλασσες, αλλά και στην υπόλοιπη Μεσόγειο, επηρεάζοντας τη βιοποικιλότητα και την αλιεία. Τα πρώτα επιστημονικά δεδομένα ανοίγουν τη συζήτηση για τον πιθανό ρόλο της θαλάσσιας χελώνας καρέττα καρέττα ως φυσικού θηρευτή του ξενικού αυτού είδους. Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Marine Science (Ulman et al.) καταγράφηκαν δύο τέτοια περιστατικά, στην Αττάλεια το 2019 (φωτογραφία) και στις ακτές της Αιγύπτου το 2020 (υποβρύχια βιντεοσκόπηση). Στην ίδια μελέτη, οι συγγραφείς καταλήγουν, όμως, ότι οι καταγραφές φυσικής θήρευσης του λαγοκέφαλου είναι τόσο λίγες, ώστε ο έλεγχος του πληθυσμού του δύσκολα μπορεί να βασιστεί στους φυσικούς θηρευτές και πιθανότατα χρειάζονται ανθρώπινες παρεμβάσεις και στοχευμένες αφαιρέσεις. Αναδεικνύει όμως, σύμφωνα με το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), το οποίο σε ανακοίνωσή του τον περασμένο Ιούλιο, επικαλέστηκε την έρευνα, τον σημαντικό οικολογικό ρόλο της θαλάσσιας χελώνας και υπενθυμίζει ότι η προστασία της δεν αφορά μόνο τη διάσωση ενός προστατευμένου είδους, αλλά και τη διατήρηση της φυσικής λειτουργίας των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.
Πάντως ήδη στην Ελλάδα, όπου το θέμα του λαγοκέφαλου πρόσφατα απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη, η επιστημονική κοινότητα συνεχίζει να ερευνά κατά πόσο η παρουσία μεγάλων πληθυσμών χελώνων καρέττα καρέττα, όπως στη Ζάκυνθο και την Κρήτη, μπορεί να επηρεάζει ουσιαστικά την εξάπλωση του είδους. Βασίζονται σε επιστημονικές μελέτες, όπως η πιο πάνω, οι οποίες κατέγραψαν την καρέττα ως επιβεβαιωμένο φυσικό θηρευτή των ενήλικων λαγοκέφαλων στη Μεσόγειο. Μπορεί να τον καταναλώσει με τα ισχυρά σαγόνια της και να τον χειριστεί ως μεγάλο και διογκώμενο ψάρι, χωρίς συγχρόνως να επηρεάζεται από τη νευροτοξίνη του.
Θαλάσσια χελώνα Caretta caretta καταναλώνει λαγοκέφαλο στην Ανατολική Μεσόγειο. Πηγή: Ulman et al. (2021), Frontiers in Marine Science.
Ανάκαμψη πληθυσμών
Την ίδια ώρα παρατηρείται μακροχρόνια σημαντική αύξηση της φωλεοποίησης των θαλάσσιων χελωνών και στην Κύπρο. Επίσημη κυπριακή αξιολόγηση αναφέρει σημαντική αύξηση των πληθυσμών, βάσει αριθμού φωλιών τις τελευταίες δεκαετίες. Για παράδειγμα, οι καταγεγραμμένες φωλιές καρέττα στις περιοχές που παρακολουθούνταν, αυξήθηκαν από 679 το 2012 σε 1.542 το 2018, παρότι υπάρχουν μεγάλες ετήσιες διακυμάνσεις. Όσον αφορά την παρουσία χελωνών καρέττα στις κυπριακές θάλασσες εντός ενός έτους - χωρίς να σημαίνει ότι αυτό το διάστημα μένουν μόνιμα σε αυτές -, για την περίοδο 2019 -2024 το Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών δήλωσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτω από την οδηγία των οικοτόπων, περίπου 4.700.
Εδώ όμως βρίσκεται η παγίδα: Περισσότερες φωλιές στην Κύπρο, δεν σημαίνει απαραίτητα περισσότερες ενήλικες καρέττα, που παραμένουν στα κυπριακά νερά και τρώνε λαγοκέφαλους. Δορυφορική παρακολούθηση χελωνών που αναπαράγονται στην Κύπρο έχει δείξει ότι πολλές, μετά την ωοτοκία μεταναστεύουν σε περιοχές τροφοληψίας στην Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Τυνησία και αλλού. Ωστόσο αυξημένη παρουσία χελωνών στην Κύπρο παρατηρείται σε περιόδους αναπαραγωγής και ωοτοκίας, όταν οι χελώνες φεύγουν από τις πιο πάνω χώρες και επιστρέφουν στις κυπριακές ακτές που γεννήθηκαν οι ίδιες, για να ωοτοκήσουν. Υπάρχει και ορισμένος αριθμός χελωνών που παραμένει ολόχρονα στην Κύπρο.
Κενό έρευνας
Δεδομένου ότι η καρέττα καρέττα έχει τεκμηριωθεί ότι τρέφεται με ενήλικους λαγοκέφαλους και ότι οι φωλιές της στην Κύπρο έχουν αυξηθεί σημαντικά, υπάρχει πιθανότητα η ανάκαμψη του πληθυσμού της να αρχίσει να ασκεί μετρήσιμη πίεση στον πληθυσμό του Lagocephalus sceleratus; Αυτό το ερώτημα για την ώρα δεν μπορεί να επιδέχεται τεκμηριωμένες και ασφαλείς απαντήσεις, διότι δεν έχει εξεταστεί μέχρι σήμερα ερευνητικά στην επικράτεια που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία.
Κανείς δεν φαίνεται να έχει μετρήσει ειδικά τη σχέση καρέττα και λαγοκέφαλου, όπως ανέφεραν στον «Π» ερευνητές της θαλάσσιας χελώνας και ειδικά της καρέττα, η οποία είναι παμφάγο -κυρίως σαρκοφάγο- είδος, σε αντίθεση με τη Chelonia mydas (πράσινη χελώνα), η οποία είναι κυρίως φυτοφάγο είδος, με σημαντική διατροφή από θαλάσσια φυτά και φύκη (μόνο πριν την ενηλικίωση της είναι και σαρκοφάγο είδος).
Όπως ανέφερε στον «Π» η Μελίνα Μάρκου, λειτουργός στο Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών, δεν έγινε μέχρι στιγμής επιστημονική ανάλυση στομαχικού περιεχομένου από νεκρές καρέττα, για να εξαχθεί ένα αποτέλεσμα στη βάση στατιστικών δεδομένων, σε σχέση με την τροφοληψία λαγοκέφαλου. Μέχρι στιγμής οι μελέτες στομαχικού περιεχομένου περιορίζονται στην κατάποση πλαστικών.
Σημείωσε ότι θα ήταν μία ενδιαφέρουσα έρευνα για την επιστημονική κοινότητα, θα κάλυπτε ένα κενό και το Τμήμα είναι στη διάθεση όποιου επιστήμονα ενδιαφέρεται να ασχοληθεί. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν στοιχεία, ότι η θήρευση του λαγοκέφαλου από τις χελώνες είναι σημαντική στο παρόν στάδιο, η κ. Μάρκου είπε ότι οι χελώνες δεν μπορούν να θεωρούνται φυσικός μηχανισμός ελέγχου του λαγοκέφαλου.
Η καρέττα τρώει λαγοκέφαλους, μπορεί να τους καταναλώσει με τα ισχυρά σαγόνια της και να τους χειριστεί ως μεγάλο και διογκώμενο ψάρι, χωρίς συγχρόνως να επηρεάζεται από τη νευροτοξίνη τους, αλλά μπορεί να γίνει φυσικό ανάχωμα στην εξάπλωσή τους; Το ερώτημα δεν μπορεί ακόμη να απαντηθεί.
Ευκαιριακά
Από την πλευρά του, ο Άγγελος Πεχλιβάνης, ο οποίος είναι θαλάσσιος βιολόγος με ειδίκευση στις θαλάσσιες χελώνες και ανήκει στην ομάδα της ιδιωτικής εταιρείας εφαρμοσμένης θαλάσσιας έρευνας «MER Lab» με έδρα τη Λεμεσό, ανέφερε ότι με βάση μελέτες που έγιναν, όπως αυτή με τις καταγραφές στην Αττάλεια και την Αίγυπτο, φαίνεται ότι ο λαγοκέφαλος δεν είναι το είδος που προτιμούν οι καρέττα, αλλά ευκαιριακά τους καταναλώνουν. Γενικά, σημείωσε, η καρέττα, σύμφωνα με τη συμπεριφορά της και τη διατροφή της, δεν είναι θηρευτής, δεν θα επιδιώξει να κυνηγήσει ψάρια για να τα φάει, αλλά ευκαιριακά, όταν, για παράδειγμα κάποιο ψάρι είναι αδύναμο ή τραυματισμένο.
Ωστόσο, όπως σημείωσε, πιθανόν να έχει κάποια συμβολή στην κατανάλωση λαγοκέφαλων, κάτι το οποίο, όπως αναγνώρισε, δεν έχει μελετηθεί ειδικά στην Κύπρο, όσον αφορά το στομαχικό περιεχόμενο νεκρών χελωνών ή την παρακολούθηση τους (φωτογράφιση - βιντεογράφιση). Η άποψή του για τη μη ταύτιση της χελώνας με σημαντικό θηρευτή, ο οποίος θα συνέβαλλε σημαντικά στη μείωση του πληθυσμού του λαγοκέφαλου, απορρέει, όπως παραδέχτηκε, από την παρατήρηση. Επίσης υπέδειξε ότι αν και αυξήθηκε ο πληθυσμος των χελωνών στην Κύπρο, δεν παρατηρείται αντίστοιχη μείωση στους αριθμούς του λαγοκέφαλου στις κυπριακές θάλασσες.
Φόβητρο
Εκτός από την κατανάλωση λαγοκέφαλων, μία άλλη ιδιότητα της χελώνας, η οποία σημείωσε δεν ερευνήθηκε ακόμα στην Κύπρο, είναι η συμπεριφορά της ως φόβητρο για τους πληθυσμούς λαγοκέφαλων. Ο Άγγελος Πεχλιβάνης, ο οποίος μελετά τη συμπεριφορά ζώων, πιστεύει ότι η χελώνα θα μπορούσε λόγω του μεγέθους της, όπως και ένας καρχαρίας που αναγκάζει τα άλλα ψάρια να απομακρυνθούν, να αποτρέψει με την παρουσία της, για παράδειγμα, τη συχνότητα με την οποία οι λαγοκέφαλοι θα βγουν από τις πέτρες. «Μπορεί να τους τρομάζει και γενικά να αλλάζει τη συμπεριφορά τους, όπως μπορεί να το κάνει με άλλα ψάρια, αλλά ούτε αυτό μελετήθηκε», κατέληξε.
Κυρίαρχος ο σπόγγος στη διατροφή της
Πρέπει να σημειωθεί ότι μία έρευνα από στομαχικούς ελέγχους διενεργήθηκε στα κατεχόμενα και δημοσιεύτηκε το 2021 με τον τίτλο «Ανάλυση της διατροφής δύο συμπατριωτικών ειδών θαλάσσιων χελωνών στην Ανατολική Μεσόγειο» (Palmer et al.), αξιοποιώντας δείγματα από χελώνες που βρέθηκαν νεκρές ή παγιδεύτηκαν τυχαία στα αλιευτικά εργαλεία κατά την περίοδο 2011-2019. Για τις caretta caretta το συμπέρασμα ήταν ότι τρέφονταν με μεγάλη ποικιλία ασπόνδυλων οργανισμών, μακροφυκών, θαλάσσιων αγγειόσπερμων φυτών και, σε μικρότερη συχνότητα, οστεϊχθύων. Παρά την ευκαιριακή αυτή στρατηγική αναζήτησης τροφής, ένα είδος κυριαρχούσε στη διατροφή τους: Ο σπόγγος Chondrosia reniformis (21,5%). Η κατανάλωση του συγκεκριμένου σπόγγου μειωνόταν όσο αυξανόταν το μέγεθος των χελωνών.






