Του Γιώτη Βιλάνου
Σε κάθε σύγχρονη επιχείρηση η παραγωγικότητα των διευθυντικών και άλλων βασικών στελεχών της είναι μετρήσιμη. Υπάρχουν τμήματα ανθρωπίνου δυναμικού που καθορίζουν με κάθε λεπτομέρεια και απόλυτη διαφάνεια τους τρόπους με τους οποίους γίνεται η αξιολόγηση αυτών των στελεχών ούτως ώστε να γνωρίζουν και οι ίδιοι τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να ανελιχθούν επαγγελματικά και αναλόγως να αυξήσουν τα εισοδήματά τους. Είναι αυτή η βεβαιότητα που βοηθά τα ικανά στελέχη μίας επιχείρησης να προσηλωθούν αποκλειστικά στην εργασία τους, που αποτέλεσμα θα έχει την οικονομική ευρωστία της επιχείρησης στο σύνολό της.
Θα μπορούσε κάποιος να μετρήσει σήμερα την παραγωγικότητα ενός Κύπριου πολιτικού; Η απλή απάντηση είναι όχι διότι, για να είσαι παραγωγικός, πρέπει πρώτα από όλα να εργάζεται κάποιος. Οι Κύπριοι πολιτικοί δεν εργάζονται αλλά μας περιεργάζονται. Όσο καλύτερα το κάνουν αυτό τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες διάκρισής τους στην πολιτική αρένα.
Εκείνο όμως που δεν έχουν αντιληφθεί οι Κύπριοι πολιτικοί είναι πως είναι υπάλληλοί μας και εμείς είμαστε τα αφεντικά καθότι εμείς τους πληρώνουμε (για δύο δευτερόλεπτα φαντάζομαι τον εαυτό μου αραγμένο στον καναπέ και να διατάζω τον Ιπτάμενο Πρόεδρο να μου φέρει «φρέντο εσπρέσο» από το περίπτερο και φρέσκα λουκούμια από τη Γεροσκήπου για συνοδευτικό του καφέ). Επομένως δικαιωματικά μπορούμε να εξετάσουμε τι θα αναμέναμε κατά το ελάχιστον να ήταν η παραγωγικότητά τους.
Δυστυχώς η παραγωγικότητα των Κύπριων πολιτικών κρίνεται μία φορά κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια (αναλόγως αν είναι βουλευτικές ή προεδρικές οι εκλογές) και συνήθως κανένα επιστημονικό κριτήριο δεν εφαρμόζεται. Με άλλα λόγια, όχι μόνο η παραγωγικότητα δεν μετριέται σωστά αλλά, αντιθέτως, παρεισφρέουν εξωγενείς παράγοντες τόσο άσχετοι με το υπό εξέταση αντικείμενο που καθιστούν το όλο εγχείρημα παράλογο. Για παράδειγμα, τη σήμερον ημέρα, παράγοντες όπως αριθμός «λάικς» στα ΜΚΔ, αριθμός ακολούθων στα ΜΚΔ, πόσες φορές βάζει ένας πολιτικός τον σταυρό του, σε πόσους γάμους και βαφτίσεις πάει, πόσα τεράτσια μπορεί να μαζέψει είναι αυτοί που καθορίζουν πώς αξιολογεί την παραγωγικότητα των Κύπριων πολιτικών ο μέσος Κύπριος πολίτης τη στιγμή που ασκεί το εκλογικό του δικαίωμα.
Και πιο συγκεκριμένα, το ότι ο Νίκος μας κατάφερε σε μία μέρα να γυμνάζεται τα χαράματα στο Προεδρικό, να βρίσκεται το πρωί στον Λίβανο και να υπογράφει συμφωνία για την ΑΟΖ, το μεσημέρι σπίτι των συγγενών του να τρώει λουβί μαυρομμάτικο (νηστεύει), το απόγευμα να αναλύει τις παραμέτρους λύσης του Κυπριακού με το Βικτωράκι και το βραδάκι να πανηγυρίζει τα γκολ της Πάφος Εφ Σι του δίνει σαφέστατο προβάδισμα για επανεκλογή το 2028.
Αν θέλουμε όμως να θεωρούμαστε μία σύγχρονη δημοκρατική χώρα θα έπρεπε εμείς όλοι μας, ως οι εργοδότες των πολιτικών, να επιζητούσαμε, κατά το ελάχιστον, η παραγωγικότητα του βίου και της πολιτείας τους να ήταν μετρήσιμη. Για παράδειγμα:
Θα ανέμενε κάποιος πως οι ετήσιοι στόχοι της κυβέρνησης θα ήταν πλήρως και λεπτομερώς καταγεγραμμένοι, σε τέτοιο βαθμό που η επαλήθευσή τους στο τέλος του χρόνου να γίνεται από τον κάθε πολίτη με εύκολο και αποτελεσματικό τρόπο. Χωρίς την οποιαδήποτε ανάγκη πανηγυρικών αλλά ανούσιων εκδηλώσεων και παρουσιάσεων. Η κατάσταση διαχείρισης των υπουργικών χαρτοφυλακίων, η επίτευξη των κυβερνητικών στόχων, η βελτίωση υπηρεσιών ή υλοποίηση μεταρρυθμίσεων κάλλιστα θα μπορούσαν να αναρτώνται ηλεκτρονικά και να είναι διαθέσιμες στον κάθε Κύπριο πολίτη ανά πάσα στιγμή. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε με αυτόν τον τρόπο να συνειδητοποιήσουμε πως ένας από τους κύριους (εάν όχι ο κυριότερος) λόγους που τα δημόσια δημοσιονομικά βαίνουν καλώς είναι διότι τέλος του κάθε μήνα ο φίλτατος Μάκης λαμβάνει ένα παχυλό «τσεκκούδι» από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις που καταβάλλουν οι δεκάδες χιλιάδες ξένοι υπήκοοι που εργάζονται στην Κύπρο (παράλληλα θα αντιλαμβανόταν ο καθένας μας πως ίσως η προτεραιότητά μας θα έπρεπε να ήταν η κοινωνική ένταξη αυτών των χιλιάδων ξένων υπαλλήλων παρά να υιοθετούμε το αφήγημα του ΓΕΛΑΜ πως «πας μη Έλλην βάρβαρος»).
Θα ανέμενε κάποιος πως ο αριθμός αλλά και κυρίως η ποιότητα των νομοσχεδίων που εισηγούνται οι βουλευτές μας, η συμμετοχή τους σε κοινοβουλευτικές επιτροπές, οι παρεμβάσεις, ερωτήσεις και συζητήσεις τους θα έπρεπε να ήταν επιστημονικά μετρήσιμες, σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσαμε να δούμε και να κρίνουμε, για παράδειγμα, ποιος βουλευτής πρότεινε έναν νόμο (και πόσο «καρκασιαλλίκκι» έκανε προτείνοντάς τον), ο οποίος μεταγενέστερα κρίθηκε αντισυνταγματικός ή ελλιπής από το δικαστήριο. Ή ποιος βουλευτής εκμεταλλεύθηκε το «μικρόφωνο» για να σπιλώσει άτομα, καριέρες, προβαίνοντας σε δήθεν καταγγελίες που κατέρρευσαν σαν χάρτινοι πύργοι.
Θα ανέμενε κανείς πως ο τρόπος ενημέρωσης της παραγωγικότητας των πολιτικών μας θα διενεργείτο συχνά με διαφανείς διαδικασίες και πως η ενημέρωση αυτή θα ελεγχόταν επιστημονικά από τρίτα άτομα με ικανή τεχνογνωσία επί των θεμάτων αυτών. Έτσι θα μπορούσε ο καθένας μας να αξιολογήσει ιδίοις όμμασι τι πραγματικά συμβαίνει και χωρίς να χρειάζεται να χάνεται στη μετάφραση της κάθε πολιτικής «κοτσάνας» που μας αραδιάζει αβίαστα και καθημερινά ο κάθε πολιτικός δίχως ίχνος ντροπής ή πολιτικής ευθιξίας.
Θα ανέμενε κανείς να γνωρίζει την ανταπόκριση της κυβέρνησης σε κρίσεις (κατά το ελάχιστο εάν θρηνήσαμε θύματα) ή τη διαχείριση απρόβλεπτων γεγονότων ή καθυστερήσεις σε μεταρρυθμίσεις ή την αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας ή την πορεία ψηφιοποίησης του κράτους. Έτσι θα μπορούσαμε όλοι μας να έχουμε ενώπιόν μας τα σωστά δεδομένα για να κρίνουμε εάν μας ικανοποιεί η παραγωγικότητα της κυβέρνησής μας σε βαθμό που θα την ξανα-εμπιστευόμασταν.
Θα ανέμενε κανείς να γνωρίζει πότε θα υλοποιηθούν οι βαρύγδουπες εξαγγελίες περί νέων δρόμων (περιμετρικών, παράλληλων, τριγωνικών, εντός και επί τα αυτά). Να γνωρίζουμε για να κρίνουμε εάν παράγουν έργο οι κυβερνώντες ή απλά μας κοροιδεύουν. Χάνουμε που χάνουμε το ένα πέμπτο του παραγωγικού μας χρόνου σε ατέλειωτες ουρές στους δρόμους, αν μη τι άλλο να γνωρίζουμε αν θα τα καταφέρουμε να προλάβουμε ανοικτά τα εκλογικά κέντρα για να ψηφίσουμε ή θα μας βρει η κίνηση.
Για κάποιον παράξενο λόγο οι Κύπριοι πολιτικοί αποφεύγουν την οποιαδήποτε αξιολόγηση της παραγωγικότητάς τους ελπίζοντας στην πολιτική τους επιβίωση και ανέλιξη μέσα στη θολούρα που επικρατεί σήμερα. Έριξαν τόσο χαμηλά τον πήχη που δυστυχώς βιώνουμε φαινόμενα όπως του Φειδία Παναγιώτου όπου με ένα «εγώ τουλάχιστον δεν ξέρω τίποτα αλλά θα μάθω» είναι αρκετό για να πείσει μαζικά τους Κύπριους πολίτες να τον ψηφίσουν.
Αν πραγματικά επιθυμούμε το καλό του τόπου, νομίζουμε ήρθε η ώρα να αποδεχθούμε πως αυτό που χρειάζεται η Κύπρος μας είναι έναν καλό μάνατζερ, με τίμιο πολιτικό λόγο (όχι αντιγραφή), με ένα πλούσιο βιογραφικό σε μεγάλες και επιτυχημένες εταιρείες, που θα μπορέσει κατά το ελάχιστο να είναι παραγωγικός και να γνωρίζει πως η παραγωγικότητα είναι όρος μετρήσιμος. Και παραφράζοντας τα λόγια του Νικόλα Παπαδόπουλου: «εάν δεν υπάρχει τέτοιο άτομο, θα έπρεπε (όχι να τον εφεύρουμε) να τον προσλάβουμε» -με ανοικτή επιταγή στον μισθό του.






