Η COP30 ολοκληρώθηκε με το συνήθη θόρυβο διεθνών δεσμεύσεων, υπογραφών και μεγάλων δηλώσεων όμως, όπως πάντα, το πραγματικό ερώτημα δεν βρίσκεται στη φιλολογία των ανακοινώσεων αλλά στη βαρύτητα των πράξεων. Και η αλήθεια είναι πως, παρά τις όποιες προόδους, ο κόσμος φεύγει από ακόμη μια παγκόσμια σύνοδο με την ίδια πικρή αίσθηση, ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης εξακολουθεί να είναι πιο αργή από την κρίση την ίδια. Οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν την κρισιμότητα της στιγμής, αλλά η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική και την εφαρμογή παραμένει ανησυχητικά βαθιά.
Η έκκληση για πιο φιλόδοξες μειώσεις εκπομπών μέχρι το 2035 αποτέλεσε έναν από τους βασικούς άξονες της συνόδου. Όμως, η φιλοδοξία αυτή παραμένει σχηματική όταν δεν συνοδεύεται από δεσμευτικούς μηχανισμούς και πραγματικές συνέπειες για όσους δεν συμμορφώνονται. Η COP30 επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά ότι τα κράτη θεωρούν την κλιματική πολιτική περισσότερο ως χώρο διαπραγμάτευσης παρά ως επείγουσα αποστολή διάσωσης. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύνολο αποφάσεων που, ενώ αναγνωρίζουν την ανάγκη μετάβασης σε καθαρή ενέργεια, επιτρέπουν ταυτόχρονα τη διαιώνιση επενδύσεων σε ορυκτά καύσιμα. Είναι η κλασική συνταγή του «προχωράμε, αλλά όχι τόσο ώστε να ενοχλήσουμε».
Το «Ταμείο Απωλειών και Ζημιών», που υποτίθεται θα στήριζε τις πιο ευάλωτες χώρες απέναντι στις καταστροφές που ήδη συμβαίνουν, παραμένει ανεπαρκώς χρηματοδοτημένο. Οι δεσμεύσεις αυξήθηκαν, αλλά όχι σε βαθμό που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού οι ζημιές από ακραία καιρικά φαινόμενα εξελίσσονται ταχύτερα από τις οικονομικές συνεισφορές. Αυτό σημαίνει ότι χώρες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κρίσης θα συνεχίσουν να επωμίζονται το βάρος μιας καταστροφής που δεν δημιούργησαν. Οι επιπτώσεις δεν είναι μόνο οικονομικές, αλλά κοινωνικές, μεταναστευτικές, ακόμα και γεωπολιτικές.
Μέσα σε αυτό το παγκόσμιο σκηνικό, η κυπριακή παρουσία στη COP30 ήταν αξιοσημείωτα ενισχυμένη. Η αποστολή ήταν πολυπληθής, δυναμική, με συμμετοχή σε πάνελ, διμερείς συναντήσεις και δημόσιες παρεμβάσεις. Ωστόσο, η έντονη διπλωματική και επικοινωνιακή δραστηριότητα δεν αντικατοπτρίζεται στην εσωτερική πολιτική της κυβέρνησης. Οι δεσμεύσεις για πράσινη μετάβαση παραμένουν σε μεγάλο βαθμό στα λόγια, με ελλιπή εφαρμογή και με καθυστερήσεις που έχουν γίνει σχεδόν φυσιολογικές. Η Κύπρος συνεχίζει να χάνει στόχους για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, να καθυστερεί κρίσιμες μεταρρυθμίσεις στη δημόσια συγκοινωνία και να μην προχωρά ουσιαστικά σε μέτρα μείωσης εκπομπών. Η εικόνα της ενεργής παρουσίας στο διεθνές επίπεδο έρχεται σε αντιδιαστολή με την απουσία χειροπιαστών πράξεων εντός συνόρων, δημιουργώντας ένα χάσμα ανάμεσα σε αυτό που προβάλλουμε και σε αυτό που υλοποιούμε.
Η συνέπεια όλων αυτών είναι ορατή και σκληρή. Η Κύπρος ήδη αντιμετωπίζει εντεινόμενα κύματα καύσωνα, απώλεια βιοποικιλότητας, ξηρασία και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Χωρίς πραγματικό σχέδιο προσαρμογής και μείωσης εκπομπών, η χώρα θα βρεθεί αντιμέτωπη με επιπτώσεις που θα αγγίξουν την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την κοινωνική συνοχή. Η απώλεια χρόνου δεν είναι θεωρητική, μεταφράζεται σε ζωές, σε πόρους, σε μελλοντική ευημερία.
Η COP30 μας άφησε για άλλη μια φορά με την αίσθηση πως γνωρίζουμε τι πρέπει να γίνει, αλλά οι κυβερνήσεις δεν έχουν ακόμη αποφασίσει πραγματικά να το πράξουν. Το κρίσιμο ερώτημα για την Κύπρο και για τον κόσμο ολόκληρο, δεν είναι τι ανακοίνωσαν οι ηγέτες στη σύνοδο, αλλά τι θα τολμήσουν να υλοποιήσουν όταν σβήσουν τα φώτα της δημοσιότητας. Διότι η κλιματική κρίση δεν κάνει διαπραγματεύσεις, δεν περιμένει συμβιβασμούς και δεν συγχωρεί τις καθυστερήσεις. Οι συνέπειες γράφονται ήδη, αλλά το επόμενο κεφάλαιο εξαρτάται ακόμη από εμάς.






