Αυτό που έγινε πρόσφατα στη Βενεζουέλα αποτελεί ένα τρομακτικό προηγούμενο. Αν οι ΗΠA μπορούν να εισβάλουν στρατιωτικά σε μια κυρίαρχη χώρα, να συλλάβουν τον Πρόεδρό της και να επιβάλουν τη θέλησή τους χωρίς καμία διεθνή εντολή, τι θα εμποδίσει άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως π.χ. την Τουρκία, να κάνουν το ίδιο; Πώς θα διαπραγματευτεί ο Τραμπ μια ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, όταν ο ίδιος εισβάλλει σε μια χώρα με δικούς του κανόνες; Αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν εύκολες απαντήσεις. Όμως, η βάρβαρη, μονομερής προσέγγιση του Τραμπ, που υπαγορεύεται από τα μόλις συγκαλυμμένα συμφέροντα του πετρελαίου, δεν αποτελεί πρότυπο για μια δικαιότερη διεθνή τάξη.
Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, ανέτρεξα στον κυπριακό και διεθνή Τύπο, όχι με την ελπίδα αλλά με τη σιγουριά ότι θα ήταν καθολική η καταδίκη του ανοσιουργήματος του Τραμπ. Οποία όμως απογοήτευση! Μεταξύ των πολιτικών, μόνο η Γαλλίδα ακροδεξιά πολιτικός, Μαρίν Λεπέν, καταδίκασε απερίφραστα την επίθεση κατά της Βενεζουέλας. Παρεμπιπτόντως, ποτέ δεν φανταζόμουνα ότι κάποτε θα εκθείαζα δηλώσεις της ακροδεξιάς Γαλλίδας, Μαρίν Λεπέν, η οποία ως έχει συνδεθεί με τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, για να μην αναφερθώ στις κατηγορίες εναντίον της για οικονομικές απάτες. Όμως -και εδώ είναι που την επαινώ- κανένας πολιτικός δεν έχει περιγράψει τη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ εναντίον της Βενεζουέλας με τόση διαύγεια, τόλμη και αντικειμενικότητα. Έγραψε: «Υπάρχουν χίλιες αιτίες για να καταδικάσουμε το καθεστώς του Νικολάς Μαδούρο: κομμουνιστικό, ολιγαρχικό και αυταρχικό. Υπάρχει όμως μία βασική αιτία για να αντιταχθούμε στην αλλαγή καθεστώτος που μόλις επέφεραν οι ΗΠΑ στη Βενεζουέλα. Η κυριαρχία των κρατών δεν είναι διαπραγματεύσιμη, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους, την ισχύ τους ή την ήπειρο στην οποία ανήκουν. Είναι απαραβίαστη και ιερή». Και προειδοποιεί η Λεπέν ότι αν ο κόσμος δεχθεί την αλλαγή καθεστώτος της Βενεζουέλας ως φυσιολογική κατάσταση, τότε, καμία χώρα δεν θα είναι ασφαλής, πόσω μάλλον -θα πρόσθετα- μια λιλιπούτια χώρα όπως η Κύπρος.
Σε αντίθεση με τη Μαρίν Λεπέν, το ΕΛΑΜ αρχικά μας είπε για την «ανατολή μιας ελεύθερης μέρας» στη Βενεζουέλα. Το κόμμα, που φιγουράρει ως «θεματοφύλακας της εθνικής κυριαρχίας», που νοσταλγεί τις μέρες της χούντας, που δεν πιστεύει στη δημοκρατία, μιλά για την αρετή της ελευθερίας! «O tempora, o mores!». Ούτε όμως ο ΔΗΣΥ καταδίκασε την αμερικανική επίθεση. Απλά ανέφερε στις δηλώσεις του ότι «η Βενεζουέλα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Ο λαός της αξίζει ελευθερία, δημοκρατία και σεβασμό της βούλησής του…». Κι όμως, ευκαιρίας δοθείσης, οι βουλευτές του ΔΗΣΥ σπεύδουν να καταδικάσουν (πολύ σωστά) τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η ανακολουθία και η υποκρισία δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα κόμματα μόνο. Ο υπουργός Εξωτερικών κ. Κόμβος μάς… καθησύχασε ότι «παρακολουθούμε στενά τις εξελίξεις». Πάλι καλά! Ο δε Μητσοτάκης μάς συμβούλευσε ότι «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των ενεργειών του Τραμπ». Και άλλοι όμως ηγέτες μάσησαν τα λόγια τους ή σιώπησαν. Ο Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Στάρμερ, σε συνέντευξή του στο ΒΒC, απέφυγε να καταδικάσει τις επιθέσεις των ΗΠΑ. Κι όμως ξελαρυγγιάζεται καθημερινά για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η υποκρισία όμως του Τραμπ τρομάζει ακόμα περισσότερο. Η Βενεζουέλα δεν είναι σημαντικός παραγωγός κοκαΐνης και το μεγαλύτερο μέρος της ναρκωτικής ουσίας που εξάγεται από αυτήν προορίζεται για την Ευρώπη. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την απαγωγή του Μαδούρο αν αγνοήσουμε τα τεράστια οικονομικά κέρδη που συνδέονται με μια αλλαγή καθεστώτος στο Καράκας. Δεν υποτιμούμε τα ιδεολογικά ή γεωπολιτικά στοιχεία της αμερικανικής παρέμβασης, που ανανεώνουν τη Δόγμα Μονρόε και καθορίζουν τις σφαίρες επιρροής του ιμπεριαλισμού. Όμως το πετρέλαιο είναι η κύρια αιτία αυτού του πραξικοπήματος: η συγκέντρωση και εξόρυξη των μεγαλύτερων αποθεμάτων μαύρου χρυσού στον κόσμο, τα οποία θα εκμεταλλευτούν οι αμερικανικές πολυεθνικές. Ναι, ο Μαδούρο ήταν ένας στυγνός και διεφθαρμένος δικτάτορας αλλά ο Τραμπ τα πάει πολύ καλά με πολλούς στυγνούς και διεφθαρμένους δικτάτορες, πράγμα που δεν του προκαλεί καμία εχθρότητα.
Ο Τραμπ θα ήθελε επίσης να κατακτήσει και τη Γροιλανδία «για λόγους εθνικής ασφάλειας». Οι Δανοί -ακαδημαϊκοί και πολιτικοί- απαντούν ότι δεν υπάρχει καμία απειλή για την ασφάλεια της Γροιλανδίας. Η μεν Κίνα δεν διαθέτει πολεμικά πλοία και υποβρύχια στην Αρκτική, η δε Ρωσία μπορεί να διαθέτει περιστασιακά υποβρύχια κοντά στη Γροιλανδία -«αυτό είναι όλο». Οι ΗΠΑ έχουν ήδη de facto στρατιωτικό έλεγχο στη Γροιλανδία από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Η υπάρχουσα συμφωνία βάσης με τη Γροιλανδία και τη Δανία δίνει την άδεια στις ΗΠΑ να επεκτείνουν την παρουσία τους στη Γροιλανδία και να δημιουργήσουν νέες βάσεις, αν το θεωρήσουν απαραίτητο. ‘Αρα οι στόχοι του Προέδρου των ΗΠΑ για προσάρτηση δεν έχουν καμία σχέση με την εθνική ασφάλεια. Οι πραγματικοί λόγοι είναι ότι η Γροιλανδία είναι πάρα πολύ πλούσια σε φυσικούς πόρους. Εκτός από τη γεωγραφική της θέση, η Γροιλανδία διαθέτει τεράστια κοιτάσματα διαφόρων φυσικών πόρων. Στο εσωτερικό της νήσου βρίσκονται πολύτιμα ορυκτά σπάνιων γαιών, απαραίτητα για τις τηλεπικοινωνίες, καθώς και ουράνιο, δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου που δεν έχουν εκμεταλλευτεί και τεράστιες ποσότητες φυσικού αερίου, που παλαιότερα ήταν απρόσιτες αλλά πλέον γίνονται πιο προσβάσιμες.
Όταν σκέφτομαι τη συμπεριφορά του Τραμπ και τους επαίνους για αυτόν για τα «κατορθώματά» του, όχι μόνο από πολιτικούς αλλά και από απλό κόσμο, θυμάμαι ένα απόφθεγμα του διάσημου Αμερικανού συγγραφέα Μαρκ Τουέιν: «Η πολιτική είναι η μόνη επαγγελματική δραστηριότητα όπου μπορείτε να λέτε ψέματα, να εξαπατάτε και να κλέβετε και να σας έχουν ακόμα σεβασμό».
*Οικονομολόγος, κοινωνικός επιστήμονας






