ΝΙΚΟΣ ΜΕΣΑΡΙΤΗΣ
Η απόφαση ενός Προέδρου να διεκδικήσει δεύτερη θητεία θεωρείται φυσική και αυτονόητη εξέλιξη. Οι πολίτες καλούνται απλώς να τη δεχθούν ως μέρος της δημοκρατικής κανονικότητας. Ωστόσο, η λειτουργία της δημοκρατίας δεν εξαντλείται στην εκλογική πράξη. Η εξουσία του λαού είναι συνεχής και πρωτεύουσα σε όλη τη διάρκεια της θητείας. Ο Πρόεδρος κρίνεται πρωτίστως από τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, από τη συνέπεια λόγων και πράξεων και από το κατά πόσο η διακυβέρνηση υπηρέτησε, σε όλη τη διάρκειά της, το δημόσιο και όχι το προσωπικό συμφέρον.
Στα προεδρικά συστήματα, όπου η Εκτελεστική Εξουσία συγκεντρώνεται σε ένα πρόσωπο, η επιδίωξη επανεκλογής κουβαλά ταυτόχρονα έναν σοβαρό θεσμικό πειρασμό. Μετά το μέσο της πρώτης θητείας, η πολιτική συμπεριφορά συχνά μεταβάλλεται: αποφάσεις με υψηλό πολιτικό κόστος αναβάλλονται, η στρατηγική σκέψη υποχωρεί και η διακυβέρνηση προσαρμόζεται στις ανάγκες της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Η πολιτική παύει να λειτουργεί ως εργαλείο επίλυσης προβλημάτων και μετατρέπεται σε μηχανισμό διαχείρισης εντυπώσεων.
Στην Κυπριακή Δημοκρατία, αυτή η δυναμική αποκτά ιδιαίτερη και επικίνδυνη βαρύτητα λόγω της ύπαρξης του Κυπριακού. Η επίλυσή του προϋποθέτει πλήρη σεβασμό, αντοχή στον χρονικό προγραμματισμό, συνέπεια, ειλικρίνεια, καθαρό στρατηγικό προσανατολισμό και, κυρίως, πολιτικό θάρρος. Όταν όμως η επανεκλογή μετατρέπεται σε υπέρτατο στόχο, η ανάληψη πολιτικού κόστους παύει να θεωρείται πράξη ευθύνης και αντιμετωπίζεται ως απειλή. Η διαπραγμάτευση δεν εγκαταλείπεται τυπικά αλλά απονευρώνεται ουσιαστικά.
Η εμπειρία της διακυβέρνησης Νίκου Αναστασιάδη επιβεβαίωσε αυτή την παθολογία με τον πιο επώδυνο τρόπο. Στο Κραν Μοντανά, στο κρισιμότερο σημείο της διαδικασίας, επιλέχθηκε η αποχώρηση αντί της ευθύνης. Η αποφυγή του πολιτικού κόστους υπερίσχυσε της προοπτικής μιας συμφωνίας που θα μπορούσε να θέσει τέρμα στην κατοχή και να επανενώσει τον τόπο. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, η διαχείριση του Κυπριακού μετατράπηκε σε επικοινωνιακή άσκηση.
Παράλληλα, η ίδια περίοδος σημαδεύτηκε από φαινόμενα διαπλοκής και ιδιοτελούς άσκησης εξουσίας. Τα «χρυσά διαβατήρια», η εξυπηρέτηση ξένων οικονομικών συμφερόντων και η εργαλειοποίηση των θεσμών υπονόμευσαν την αξιοπιστία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο εσωτερικό και στο διεθνές επίπεδο. Στον δρόμο προς τις εκλογές καλλιεργήθηκε μια διπλή ψευδαίσθηση: οι υποστηρικτές της λύσης πίστευαν ότι αυτή προωθείται, ενώ οι αντίπαλοί της ότι παρεμποδίζεται. Στην πραγματικότητα, κάθε γέφυρα προς τη λύση κατέρρεε.
Η στασιμότητα παρουσιάστηκε σαν «υπευθυνότητα». Όμως στο Κυπριακό ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Εργάζεται συστηματικά υπέρ της παγίωσης της κατοχής και της διχοτόμησης, δημιουργώντας διεθνώς την εντύπωση ότι οι Ελληνοκύπριοι αποδέχονται μια προβληματική κανονικότητα ως επαρκή λύση. Η απουσία πρωτοβουλιών δεν είναι ουδετερότητα· είναι επιλογή με συγκεκριμένες συνέπειες.
Η πολιτική επιστήμη έχει προειδοποιήσει έγκαιρα για αυτούς τους κινδύνους. Ο Juan J. Linz, αναλύοντας τις παθολογίες των προεδρικών συστημάτων, υπογράμμισε ότι η προσκόλληση του ηγέτη στη διατήρηση της εξουσίας ευνοεί τη θεσμική ακαμψία και την αναβολή κρίσιμων αποφάσεων. Η κυπριακή εμπειρία επιβεβαιώνει αυτή τη διάγνωση με ακρίβεια.
Το Κυπριακό δεν αποτελεί μόνο εθνικό ζήτημα· αποτελεί και δοκιμασία της ίδιας της δημοκρατικής λειτουργίας. Σε μια χώρα με κατεχόμενο το μισό της έδαφος, η μετάθεση προτεραιοτήτων προς την εξασφάλιση πολιτικής επιβίωσης ή ιδιωτικών διευθετήσεων δεν συνιστά απλώς θεσμική φθορά. Συνιστά συσσωρευμένο εθνικό κόστος.
Υπάρχει, όμως, και μια ακόμη πιο ανησυχητική διάσταση: η απάθεια των πολιτών. Ένα μέρος της κοινωνίας συμβιβάστηκε με τη διχοτόμηση, θεωρώντας τη «σταθερότητα» επαρκή υποκατάσταση της λύσης. Άλλοι, κουρασμένοι και απογοητευμένοι, περιμένουν παθητικά τον επόμενο ηγέτη. Αυτή η στάση, όσο ανθρώπινη κι αν είναι, διευκολύνει την αναπαραγωγή της στασιμότητας.
Ο Νίκος Αναστασιάδης αποχώρησε ήσυχα από το Προεδρικό. Οι συνέπειες, όμως, της διακυβέρνησής του παραμένουν εκεί, ασήκωτες. Και αυτές δεν βαραίνουν μόνο τον ίδιο αλλά και μια κοινωνία που ανέχθηκε τη μετάθεση του εθνικού προβλήματος στο περιθώριο της πολιτικής ατζέντας. Η δημοκρατία δεν εκχωρεί την ευθύνη της στον εκάστοτε ηγέτη· τη μοιράζεται με τους πολίτες της. Όταν η εξουσία μετατρέπεται σε αυτοσκοπό και η επανεκλογή σε υπέρτατη επιδίωξη, τότε, η χώρα κυβερνάται χωρίς πυξίδα. Το Κυπριακό δεν ηττήθηκε μόνο από λανθασμένες αποφάσεις· ηττήθηκε και από την κοινωνική ανοχή στην ακινησία. Και αυτή η ήττα, αν δεν αναγνωριστεί, κινδυνεύει να γίνει μόνιμη.






