Του Νίκου Μεσαρίτη
Στην πολιτική διαδρομή του Γιώργου Βασιλείου τα λόγια δεν υπήρξαν ποτέ αφετηρία, πρώτα η απόφαση μετρούσε. Όχι από περιφρόνηση προς τη ρητορική, αλλά από βαθιά επίγνωση ότι η πολιτική κρίνεται εκεί όπου η σκέψη αποκτά θεσμική μορφή και κοινωνικό αποτέλεσμα. Για τον Βασιλείου, η πολιτική δεν ήταν διαχείριση εντυπώσεων, αλλά αρχιτεκτονική ευθύνης. Τίποτα ουσιαστικό δεν έμενε στη σφαίρα της πρόθεσης. Η σκέψη όφειλε να μετουσιώνεται σε θεσμό, και ο θεσμός να υπηρετεί τον πολίτη.
Η σχέση του με την κυπριακή αρχιτεκτονική δεν υπήρξε περιφερειακή ούτε συμβολική. Διαμορφώθηκε σε μια περίοδο έντονων συγκρούσεων και θεσμικών παρεξηγήσεων, όταν ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Κύπρου βρέθηκε σε ανοιχτή αντιπαράθεση με το κράτος για την κατ’ ευθείαν ανάθεση της αρχιτεκτονικής μελέτης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Όταν αποδέχθηκε την πρόσκληση του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Κύπρου να παρευρεθεί και να προσφωνήσει γενική συνέλευση, το κλίμα ήταν φορτισμένο και η καχυποψία διάχυτη. Ο ΣΑΚ ταυτόχρονα δεχόταν την κατηγορία που τον εμφάνιζε εχθρικό προς την κυβέρνηση.
Ο Βασιλείου, ωστόσο, δεν προσέγγισε το ζήτημα ως πολιτικό κόστος. Διέκρινε ότι επρόκειτο για σύγκρουση αρχών: διαφάνειας, ποιότητας και δημοσίου συμφέροντος.
Αντί να δαιμονοποιήσει τη διεκδίκηση, αναγνώρισε τον θεσμικό της χαρακτήρα. Αυτή η στάση αποτυπώθηκε έμπρακτα και στη στήριξή του για την ίδρυση του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου.
Η θεσμοθέτηση του ΕΤΕΚ δεν ήταν απλή ούτε εύκολη διοικητική μεταρρύθμιση. Αποτέλεσε πολιτική τομή. Αναγνώρισε την τεχνική και αρχιτεκτονική γνώση ως ανεξάρτητο πυλώνα δημοσίου συμφέροντος και υποχρέωσε το κράτος να συνομιλεί με την επιστημονική κοινότητα ισότιμα. Για πρώτη φορά, η ποιότητα του δομημένου χώρου εντάχθηκε θεσμικά στον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας.
Ιστορικής σημασίας υπήρξε και η παρουσία του στη γενική συνέλευση του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Κύπρου. Ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας που παρευρέθηκε σε γενική συνέλευση επιστημονικού σώματος, όχι για να καθοδηγήσει ή να επιβληθεί, αλλά για να ακούσει και να κατοχυρώσει θεσμικά τον διάλογο. Ήταν μια πράξη πολιτικής αυτοπεποίθησης και θεσμικού σεβασμού.
Η πολιτική του για την αρχιτεκτονική δεν εξαντλήθηκε στους θεσμούς. Προχώρησε στην καθιέρωση βραβείων αρχιτεκτονικής, καθιστώντας την ποιότητα του δομημένου χώρου αντικείμενο δημόσιας συζήτησης. Στήριξε τους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, ξεκινώντας από τα δημόσια σχολεία, σπάζοντας την τυποποίηση και ανοίγοντας τον δρόμο για δημιουργικές, παιδευτικές και κοινωνικά υπεύθυνες λύσεις. Η ανάθεση αρχιτεκτονικών μελετών με διαγωνισμών, ήταν σταθμός για την εξέλιξη της κυπριακής αρχιτεκτονικής και ευκαιρία για τους νέους αρχιτέκτονες.
Πέρα από τις επιμέρους πολιτικές, ο Βασιλείου άσκησε διακυβέρνηση με έναν τρόπο που σήμερα σπανίζει: Ο Γιώργος Βασιλείου υπήρξε statesman με την ουσιαστική έννοια του όρου. Άνθρωπος των θεσμών, της σύνθεσης και της δημοκρατικής ευθύνης. Οι αποφάσεις του υπήρξαν πρωτοποριακές όχι μόνο για τους αρχιτέκτονες, αλλά για την κοινωνία συνολικά. Σε μια χώρα όπου η μετριότητα συχνά βαφτίζεται ρεαλισμός, έδωσε πολιτικό δικαίωμα στην προσδοκία μέσω της εμπιστοσύνης. Εμπιστεύτηκε τη γνώση, την επιστημονική κρίση και την κοινωνική ευθύνη, χωρίς να τις υποτάξει σε μικροπολιτικούς υπολογισμούς. Αντιμετώπισε τους θεσμούς όχι ως εμπόδιο, αλλά ως πεδίο ενδυνάμωσης της Δημοκρατίας. Αυτή η στάση δεν παρήγαγε εύκολες εντυπώσεις· παρήγαγε ανθεκτικότητα.
Σε αντίθεση με τη σημερινή πολιτική πρακτική, όπου η διακυβέρνηση συχνά εξαντλείται στη διαχείριση εικόνας και ισορροπιών, η πολιτική του Βασιλείου επένδυσε στον χρόνο. Δεν φοβήθηκε το πολιτικό κόστος όταν αυτό εξυπηρετούσε συλλογικούς στόχους. Δεν υποκατέστησε τον σχεδιασμό με επικοινωνία ούτε τη στρατηγική με τακτικούς ελιγμούς. Αντιλήφθηκε ότι η ποιότητα της Δημοκρατίας κρίνεται εκεί όπου η εξουσία επιλέγει να δεσμευτεί.
Η στάση του απέναντι στο Κυπριακό και στη δικοινοτική συνεργασία εντάσσεται στην ίδια πολιτική λογική. Δεν εργαλειοποίησε τον φόβο ούτε επένδυσε στη στασιμότητα. Αντιμετώπισε τη συνύπαρξη ως θεσμική αναγκαιότητα και όχι ως επικοινωνιακό σύνθημα. Γι’ αυτό και η εμπιστοσύνη που του αναγνωρίστηκε δεν περιορίστηκε σε μια κοινότητα ούτε σε μια συγκυρία. Ήταν αποτέλεσμα συνέπειας.
Η παρουσία της τουρκοκυπριακής ηγεσίας στην κηδεία του δεν υπήρξε τυπική χειρονομία. Αποτύπωσε κάτι βαθύτερο: την αναγνώριση ενός πολιτικού που δεν διαπραγματεύτηκε τις αρχές του ανάλογα με το ακροατήριο. Σε μια περίοδο όπου η πολιτική συχνά συγχέει τη μετριοπάθεια με την απουσία θέσης, ο Βασιλείου απέδειξε ότι η σταθερότητα θέσεων δεν είναι ακινησία.
Σήμερα, σε ένα περιβάλλον όπου οι θεσμοί δοκιμάζονται από την ευκολία, τον βραχυπρόθεσμο υπολογισμό και την αποφυγή ευθύνης, η πολιτική αρχιτεκτονική του Βασιλείου λειτουργεί ως δυσάρεστη υπενθύμιση. Υπενθυμίζει ότι η διακυβέρνηση μπορεί να είναι απαιτητική χωρίς να είναι αυταρχική, και οραματική χωρίς να είναι ασαφής.
Ο Γιώργος Βασιλείου δεν άφησε πίσω του μνημεία εξουσίας. Άφησε θεσμούς που αντέχουν στη φθορά του χρόνου και επιτρέπουν στην κοινωνία να διεκδικεί περισσότερα από τη διαχείριση του παρόντος. Και αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό του αποτύπωμα: ότι έδειξε πως η Δημοκρατία μπορεί ακόμη να χτίζεται - αρκεί η εξουσία να τολμά να ξεπερνά τον εαυτό της.






