Η δημόσια συζήτηση για τη λειψυδρία στην Κύπρο εστιάζει συχνά στις απώλειες του δικτύου, την οικιακή κατανάλωση ή την κατάχρηση νερού για το καθάρισμα των πεζοδρομίων. Αν και τα ζητήματα αυτά είναι σημαντικά και δεν πρέπει να παραγκωνίζονται, τα διεθνή δεδομένα υποδηλώνουν ότι τέτοιου είδους συζητήσεις συχνά παραβλέπουν το κεντρικό δομικό πρόβλημα: τη συνεχή πληθυσμιακή αύξηση και την ανάπτυξη σε μια χώρα με εγγενώς περιορισμένους υδάτινους πόρους.
Το μη ανταποδοτικό νερό (NRW), ο όγκος δηλαδή που παράγεται αλλά δεν τιμολογείται ποτέ, παρουσιάζεται συχνά ως η βασική απόδειξη κακής διαχείρισης. Στην Κύπρο, το ποσοστό του μη ανταποδοτικού νερού κυμαίνεται μεταξύ 20% και 35%, όμως ένα εντυπωσιακό 15% έως 25% αυτού του «χαμένου» νερού δεν διαρρέει στην πραγματικότητα στο έδαφος. Αντίθετα, χάνεται από τα λογιστικά βιβλία λόγω ανακριβειών στη μέτρηση, οι οποίες προκαλούνται από τις δεξαμενές αποθήκευσης στις στέγες. Παρόλο που η παγκύπρια εφαρμογή των έξυπνων μετρητών το 2026 θα ανακτήσει αυτά τα διαφυγόντα έσοδα, δεν θα αυξήσει τους φυσικούς πόρους. Η αποδοτικότητα βελτιώνει τον ισολογισμό, αλλά δεν δημιουργεί νέο νερό.
Καθώς η Κύπρος διανύει τις αρχές του 2026, η κυβέρνηση έχει διαθέσει το έκτακτο ποσό των 196 εκατομμυρίων ευρώ, το μεγαλύτερο στην ιστορία, για την καταπολέμηση μιας ξηρασίας που έχει αφήσει τα φράγματα στο ανησυχητικό 11,8% της χωρητικότητάς τους. Αυτό επιβεβαιώνει μια νέα πραγματικότητα «ακραίας υδατικής ανεπάρκειας», όπου η φυσική διαθεσιμότητα έχει πέσει στα 390 κυβικά μέτρα ανά κάτοικο, πολύ κάτω από το διεθνές όριο κινδύνου των 500 κυβικών μέτρων. Ταυτόχρονα, η εγχώρια ζήτηση νερού έχει τριπλασιαστεί από το 1991, υποκινούμενη από ένα αναπτυξιακό μοντέλο προσκολλημένο στις κατασκευές και τα ακίνητα πολυτελείας.
Η κατασκευαστική δραστηριότητα αυξάνει την κατανάλωση νερού τόσο άμεσα όσο και έμμεσα. Νέες οικιστικές αναπτύξεις ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη ζήτηση, ιδιαίτερα εκεί όπου η διαμόρφωση κήπων και πισίνων είναι συνηθισμένο φαινόμενο· μια και μόνο πισίνα μπορεί να καταναλώσει όσο νερό καταναλώνουν πέντε άτομα σε έναν χρόνο. Η στρατηγική «εργατικά χέρια για την οικοδόμηση και ξένοι για την αγορά» έχει ουσιαστικά διπλασιάσει τον λειτουργικό πληθυσμό στις περιόδους αιχμής, ασκώντας άμεση και σωρευτική πίεση στην προσφορά. Ο τουρισμός προσθέτει, ακόμη, μια έντονη εποχική κορύφωση, με μελέτες να δείχνουν ότι η κατανάλωση νερού από τουρίστες σε μεσογειακούς προορισμούς μπορεί να είναι δύο έως και τρεις φορές υψηλότερη από εκείνη των μόνιμων κατοίκων, φτάνοντας στο μέγιστο κατά τους πιο ξηρούς μήνες.
Η αφαλάτωση έχει καταστεί ακρογωνιαίος λίθος της εθνικής πολιτικής, καλύπτοντας πλέον πάνω από το 70% των αστικών αναγκών. Ωστόσο, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος προειδοποιούν ότι η αφαλάτωση δεν αποτελεί πλήρως βιώσιμη λύση. Εξαρτάται από υψηλές ενεργειακές εισροές, συνεπάγεται περιβαλλοντικό κόστος και εκθέτει τον υδατικό τομέα στις διακυμάνσεις των τιμών ενέργειας. Η υπερβολική εξάρτηση εγκυμονεί τον κίνδυνο αναβολής αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στη διαχείριση της ζήτησης. Ένα βιώσιμο μοντέλο απαιτεί ο προϋπολογισμός ύψους 142 εκατομμυρίων ευρώ για την προμήθεια νερού να συνοδευτεί από ειδικά πάρκα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο η υδάτινη ασφάλεια να υπονομεύσει τους κλιματικούς μας στόχους.»
Καταλήγοντας, οι οικοδομικές άδειες και η τουριστική δυναμικότητα δεν μπορούν πλέον να εγκρίνονται εν κενώ. Πρέπει να συνδέονται με τις περιφερειακές «φέρουσες ικανότητες», καθώς δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε μια αναπτυσσόμενη οικονομία αγνοώντας τη συρρικνούμενη υδατική προσφορά. Το μη ανταποδοτικό νερό αποτελεί ζήτημα διαχείρισης, όμως η λειψυδρία στην Κύπρο είναι διαρθρωτικό πρόβλημα.
Επί του παρόντος, δαπανούμε ποσά-ρεκόρ για την αγορά αφαλατωμένου νερού, ένα δημοσιονομικό βάρος που αποδεικνύει ότι έχουμε προσκρούσει σε έναν φυσικό τοίχο. Σε ένα νησί, η αναγνώριση των ορίων δεν συνιστά παραδοχή αποτυχίας· είναι το σημείο εκκίνησης για ουσιαστική βιωσιμότητα. Η αποκατάσταση των διαρροών στους αγωγούς μας είναι σημαντική, αλλά θα προσφέρει μόνο προσωρινή ανακούφιση αν συνεχίσουμε να οικοδομούμε μια οικονομία που αγνοεί το μέγεθος του «κουβά» του νησιού.





