Στην Κύπρο η ακρίβεια δεν είναι πια στατιστικό μέγεθος, είναι καθημερινή αγωνία. Είναι ο λογαριασμός του ρεύματος που έρχεται σαν απειλή, το καλάθι του σουπερμάρκετ που αδειάζει πριν γεμίσει, το ενοίκιο που απορροφά μισθούς ολόκληρους. Και μέσα σε αυτό το ασφυκτικό τοπίο, η οικολογία παρουσιάζεται συχνά ως κάτι δευτερεύον, σχεδόν πολυτέλεια. Στην πραγματικότητα όμως, η περιβαλλοντική κρίση, η ακρίβεια και η διαφθορά είναι άρρηκτα δεμένες. Είναι τρεις όψεις της ίδιας αποτυχίας διακυβέρνησης.
Ας ξεκινήσουμε από την ενέργεια. Η Κύπρος παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα πανάκριβο, ρυπογόνο και αναποτελεσματικό ενεργειακό μοντέλο. Η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα δεν είναι φυσικός νόμος, είναι πολιτική επιλογή. Και κάθε φορά που καθυστερεί η ουσιαστική διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών, κάθε φορά που μπλοκάρονται ενεργειακές κοινότητες και αυτοπαραγωγή, το αποτέλεσμα είναι διπλό, επιβάρυνση του περιβάλλοντος και εκτόξευση του κόστους ζωής. Ο πολίτης πληρώνει ακριβότερο ρεύμα και ταυτόχρονα φορτώνεται τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης.
Η πράσινη μετάβαση στην Κύπρο, αντί να είναι εργαλείο κοινωνικής ανακούφισης, έχει μετατραπεί σε άλλοθι. Τέλη, ρήτρες, φόροι και χρεώσεις επιβάλλονται στο όνομα του περιβάλλοντος, αλλά χωρίς κοινωνικό σχεδιασμό. Χωρίς μαζικές επενδύσεις σε δημόσιες συγκοινωνίες, χωρίς ουσιαστική στήριξη για ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, χωρίς προστασία των χαμηλών εισοδημάτων. Έτσι, η οικολογία γίνεται συνώνυμο της ακρίβειας και όχι της λύσης. Και αυτό δεν είναι ατύχημα.
Εδώ παρεμβαίνει η διαφθορά. Γιατί την ίδια στιγμή που ζητείται από τον πολίτη να σώσει το περιβάλλον πληρώνοντας, συνεχίζεται η ασύδοτη ανάπτυξη. Πύργοι, ξενοδοχεία, γήπεδα γκολφ και τσιμεντοποίηση ακτών βαφτίζονται επενδύσεις, ακόμη κι όταν καταστρέφουν οικοσυστήματα, επιβαρύνουν υδατικούς πόρους και αυξάνουν το κόστος ζωής στις γύρω περιοχές. Οι περιβαλλοντικοί όροι χαλαρώνουν, οι μελέτες γίνονται λάστιχο, οι άδειες περνούν με πολιτικές πλάτες. Και η φύση, όπως πάντα, δεν έχει δικηγόρο.
Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που πληρώνει τριπλά. Πληρώνει με ακρίβεια, γιατί το ενεργειακό και διατροφικό κόστος ανεβαίνει. Πληρώνει με υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, γιατί οι πόλεις γίνονται αφιλόξενες, οι ακτές ιδιωτικοποιούνται και οι φυσικοί χώροι εξαφανίζονται. Και πληρώνει με ανασφάλεια για το μέλλον, γιατί η κλιματική κρίση επιδεινώνει τις ανισότητες και καθιστά την καθημερινότητα πιο εύθραυστη.
Η ξηρασία, οι καύσωνες και η έλλειψη νερού δεν είναι σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Είναι ήδη εδώ. Και κάθε τέτοιο φαινόμενο αυξάνει το κόστος τροφίμων, πιέζει τα νοικοκυριά και ανοίγει νέα πεδία κερδοσκοπίας. Όποιος έχει, θα πληρώνει για να προστατευτεί. Όποιος δεν έχει, θα ζει με την αγωνία. Αυτή είναι η ανάπτυξη χωρίς οικολογία και χωρίς δικαιοσύνη.
Η καθημερινή αγωνία στην Κύπρο δεν θα μειωθεί με ευχολόγια. Θα μειωθεί μόνο αν σπάσει ο φαύλος κύκλος: περιβαλλοντική υποβάθμιση που γεννά ακρίβεια, ακρίβεια που βαφτίζεται αναπόφευκτη, και διαφθορά που εξασφαλίζει ότι τίποτα δεν αλλάζει ουσιαστικά. Η οικολογία δεν είναι πολυτέλεια για καλές εποχές. Είναι όρος επιβίωσης για τις κοινωνίες που ήδη ασφυκτιούν.
Αν δεν συνδεθεί η περιβαλλοντική πολιτική με κοινωνική δικαιοσύνη και πάταξη της διαφθοράς, τότε η Κύπρος θα συνεχίσει να ζει με ακριβότερη καθημερινότητα, φτωχότερο περιβάλλον και μια μόνιμη αγωνία για το αύριο. Και αυτό δεν είναι πράσινη μετάβαση. Είναι συλλογική οπισθοδρόμηση.
*Μέλους Κινήματος Οικολόγων





