Τρεις μήνες πριν τις βουλευτικές εκλογές του ερχόμενου Μαΐου, το σκηνικό φαίνεται να έχει πλέον διαμορφωθεί. Όλες οι δημοσκοπήσεις, περιλαμβανομένης και της πρώτης μεγάλης δημοσκόπησης του «Π» πριν την κάλπη που δημοσιεύθηκε στη χθεσινή μας έκδοση, καταδεικνύουν ότι ελάχιστα μπορούν να αλλάξουν στο επόμενο διάστημα και το μόνο ίσως ερωτηματικό είναι αν η νέα Βουλή θα έχει έξι κόμματα, όπως φαίνεται το πιθανότερο, ή αν τα 1-2 μικρά κόμματα που δείχνουν να βρίσκονται σήμερα στο όριο εισδοχής θα τα καταφέρουν και θα το πιάσουν ή θα μείνουν τελεσίδικα εκτός νέας Βουλής.
Για το νέο κομματικό σκηνικό που διαμορφώνεται, με βάση πάντα τις δημοσκοπήσεις, οι απόψεις διίστανται:
Κάποιοι –οι περισσότεροι, όπως φαίνεται- θεωρούν φυσιολογική και θετική εξέλιξη τη συρρίκνωση των κομμάτων που πρωταγωνίστησαν στην πολιτική μας σκηνή τα τελευταία χρόνια, θεωρώντας πως έτσι τιμωρούνται για τις διαχρονικές ευθύνες που έχουν για την πορεία των πραγμάτων στον τόπο μας αλλά και την αποτυχία τους να εισπράξουν τα μηνύματα της κοινωνίας εδώ και χρόνια.
Κάποιοι άλλοι ανησυχούν και θεωρούν επικίνδυνο ακροβατισμό την εδραίωση στη νέα Βουλή του ακροδεξιού ΕΛΑΜ αλλά και την είσοδο σε αυτή -με ενισχυμένη μάλιστα παρουσία- των νεοφανών και αυτοαποκαλούμενων ως αντισυστημικών σχημάτων, του πρώην Γενικού Ελεγκτή και του ευρωβουλευτή Φειδία.
Τα επιχειρήματα αυτής της άποψης πολλά.
Με το ΕΛΑΜ δεν θα ασχοληθούμε. Έχουμε άλλωστε ξεκάθαρη άποψη και στάση, και τη διατυπώσαμε πολλές φορές, ότι ο ακροδεξιός λαϊκισμός, ο ψευδοπατριωτισμός και ο ρατσισμός δεν είναι η λύση κανενός προβλήματος.
Για τα άλλα δύο σχήματα ο βασικός ενδοιασμός έγκειται στο ότι δεν εδράζονται σε πολιτικές θέσεις και προγράμματα, στερούνται πολιτικής φιλοσοφίας, ιδεολογίας, δομών και συλλογικότητας και είναι κυρίως προσωποκεντρικά κατασκευάσματα που εξυπηρετούν αποκλειστικά και μόνο ευκαιριακές στοχεύσεις και επιδιώξεις των ιδρυτών τους.
Υπάρχει αντίλογος σε αυτή την άποψη; Φυσικά και υπάρχει. Πάντα κάθε νέος πολιτικός σχηματισμός θέλει χρόνο για να στηθεί και να δείξει τι είναι, τι πρεσβεύει και τι μπορεί να προσφέρει στην κοινωνία, οπότε πρέπει να τους προσφερθεί αυτός ο χρόνος. Το δεύτερο που αντιπαραβάλλεται είναι ότι, από τη στιγμή που έστω και δημοσκοπικά ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δείχνει πρόθυμο να στηρίξει αυτά τα σχήματα και να τα βάλει στη Βουλή, συνιστά περιφρόνηση της λαϊκής θέλησης να διατυπώνονται επιφυλάξεις και ενστάσεις για μία πιθανή αυριανή τους είσοδο στη Βουλή.
Είναι γεγονός ότι τον τελικό λόγο για την είσοδο ή όχι κάποιου κόμματος στη Βουλή ή για την αύξηση ή πτώση των ποσοστών και εδρών του τον έχει ο κυρίαρχος –όπως συνηθίσαμε να λέμε– λαός. Αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς.
Άλλο όμως να μην το αμφισβητείς και άλλο να θεωρείς εκ προοιμίου σωστή την οποιαδήποτε ετυμηγορία των ψηφοφόρων και του λαού. Τα παραδείγματα και στην Κύπρο και σε όλο τον κόσμο, όπου οι ψηφοφόροι έκαναν λάθος επιλογές, είναι αναρίθμητα.





