Η αθωωτική απόφαση στην υπόθεση των «χρυσών» διαβατηρίων δημιουργεί συνθήκες και ερείσματα μιας κατάστασης πραγμάτων που δεν εκτονώνει οποιαδήποτε συζήτηση αλλά, αντιθέτως, την ανοίγει σε ένα πιο ουσιαστικό επίπεδο. Και αυτό το επίπεδο δεν αφορά μόνο το αποτέλεσμα της υπόθεσης που ποσώς είναι μονομερές γεγονός αλλά κυρίως το πώς χειρίστηκε την υπόθεση η Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι τοποθετήσεις ποινικολόγων, όπως ο Ηλίας Στεφάνου, είναι ενδεικτικές του εύρους των συζητήσεων και του προβληματισμού που αναπτύσσεται. Τίθεται ένα ζήτημα το οποίο είναι ισχυρό και είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να παρακαμφθεί: υπάρχουν πτυχές της διαδικασίας οι οποίες δεν θα εξεταστούν στο Εφετείο και, ως εκ τούτου, οφείλουν να τύχουν δημόσιας εξήγησης. Η έφεση περιορίζεται σε νομικά σημεία. Δεν θα επαναξιολογηθούν η αξιοπιστία των μαρτύρων ούτε οι τακτικές επιλογές της κατηγορούσας Αρχής. Άρα, αν υπήρξαν αστοχίες στον χειρισμό μαρτύρων, ιδίως εκείνων που έλαβαν ασυλία αλλά τελικά δεν προσήλθαν να καταθέσουν, αυτές δεν θα κριθούν σε δεύτερο βαθμό.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το ουσιαστικό ερώτημα: έγιναν οι σωστές επιλογές στον σωστό χρόνο; Όταν μάρτυρες που θεωρούνταν κρίσιμοι είτε δεν εμφανίζονται είτε διαφοροποιούν τη θέση τους, το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικονομικό. Είναι ευρύτερο ζήτημα τακτικής επιλογής. Και όταν πρόκειται για υπόθεση τέτοιου μεγέθους, με έντονο δημόσιο ενδιαφέρον και πολιτικές προεκτάσεις, οι χειρισμοί δεν μπορούν να αφήνονται εκτός δημοσίου διαλόγου. Αντιθέτως, θα πρέπει αυτό να γίνεται σημείο αναφοράς για τον διάλογο.
Η απαίτηση για εξηγήσεις δεν συνιστά υπονόμευση του θεσμού. Αντίθετα, αποτελεί προϋπόθεση ενίσχυσης της αξιοπιστίας του. Η αυτοκριτική, την οποία εύλογα αναμένει κανείς μετά από μια τόσο ηχηρή εξέλιξη, δεν είναι ένδειξη αδυναμίας αλλά θεσμικής ωριμότητας. Σε μια δημοκρατία, οι θεσμοί δεν προστατεύονται με αμυντικά αντανακλαστικά αλλά με διαφάνεια.
Παράλληλα, απαιτείται φειδώ και σοβαρότητα στον δημόσιο λόγο. Η απόφαση είναι πρωτόδικη και θα κριθεί στο Εφετείο. Η βιασύνη για πολιτικά ή επικοινωνιακά συμπεράσματα δεν βοηθά. Όμως άλλο πράγμα η αποφυγή υπερβολών και άλλο η αποφυγή λογοδοσίας.
Το αίσθημα δυσπιστίας που καταγράφεται στην κοινωνία δεν γεννήθηκε από μία μόνο απόφαση. Είναι αποτέλεσμα συσσωρευμένων εμπειριών. Αν οι αρμόδιες Αρχές επιθυμούν να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη προς το σύστημα ποινικής Δικαιοσύνης, αυτό δεν θα γίνει με γενικές διαβεβαιώσεις. Θα γίνει με καθαρές, τεκμηριωμένες απαντήσεις για το τι έγινε, γιατί έγινε και τι δυνητικά πρέπει να αλλάξει στο μέλλον.





