Η απόφαση της Ελλάδας να προχωρήσει σε απαγόρευση πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για παιδιά κάτω των 15 ετών, δεν αποτελεί μεμονωμένη πρωτοβουλία. Αντίθετα, εντάσσεται σε ένα ταχέως διευρυνόμενο διεθνές ρεύμα, που επιχειρεί να θέσει όρια στην ψηφιακή έκθεση των ανηλίκων. Από την Αυστραλία μέχρι τη Γαλλία και τη Δανία, κυβερνήσεις αναζητούν λύσεις απέναντι σε ένα πρόβλημα, που συνδέεται με άγχος, εθισμό και διαταραχές ύπνου μεταξύ των νέων.
Στην Κύπρο, ομάδα εργασίας μελετά τον αντίκτυπο από την εφαρμογή ενός ανάλογου μέτρου και στη χώρα μας.
Η εμπειρία από το εξωτερικό δείχνει, ότι η πολιτική της απαγόρευσης έχει σαφές πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα καθώς αντανακλά την ανησυχία των γονέων και την πίεση της κοινής γνώμης. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, καταγράφεται ισχυρή στήριξη τέτοιων μέτρων, με ποσοστά που αγγίζουν το 80%. Ωστόσο, η ευκολία μιας απαγόρευσης, δεν πρέπει να συγχέεται με την αποτελεσματικότητά της.
Η εμπειρία δείχνει, ότι οι απαγορεύσεις, ιδίως στον ψηφιακό κόσμο, είναι δύσκολο να εφαρμοστούν. Τα παιδιά και οι έφηβοι βρίσκουν τρόπους να παρακάμπτουν περιορισμούς, ενώ τα τεχνολογικά εργαλεία επαλήθευσης ηλικίας παραμένουν ατελή και εγείρουν ζητήματα ιδιωτικότητας. Το αποτέλεσμα συχνά είναι χρήση των μέσων, χωρίς καθοδήγηση και χωρίς εποπτεία.
Ακόμη σημαντικότερο είναι, ότι η προσέγγιση της απαγόρευσης αγνοεί μια κρίσιμη διάσταση, το δικαίωμα των ανηλίκων στην κοινωνικοποίηση. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρά τις στρεβλώσεις τους, αποτελούν πλέον βασικό χώρο επικοινωνίας, ένταξης και έκφρασης για τη νέα γενιά. Η πλήρης αποκοπή μπορεί να οδηγήσει σε αποκλεισμό, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου η κοινωνική ζωή των νέων εκτυλίσσεται σε μεγάλο βαθμό online.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο να περιοριστεί η πρόσβαση, αλλά να καλλιεργηθεί η ικανότητα χρήσης. Η ψηφιακή παιδεία - η εκπαίδευση στη διαχείριση του περιεχομένου, των κινδύνων και των αλγορίθμων - είναι εξίσου κρίσιμη με κάθε νομοθετική παρέμβαση. Παράλληλα, απαιτείται μια νέα κουλτούρα τόσο από τους γονείς, όσο και από τα ίδια τα παιδιά. Απαιτούνται όρια, διάλογος και ουσιαστική κατανόηση του ψηφιακού περιβάλλοντος.
Τέλος, δεν μπορεί να παραβλέπεται και η ευθύνη των ίδιων των πλατφορμών. Ο δημόσιος διάλογος τείνει να μεταφέρει το βάρος στους χρήστες, όταν στην πραγματικότητα οι μηχανισμοί εθισμού είναι ενσωματωμένοι στον σχεδιασμό των εφαρμογών.
Η Ελλάδα, ακολουθώντας τη διεθνή τάση, κάνει ένα βήμα. Στην Κύπρο εντός τους έτους θα έχουμε μια πρόταση, που θα τεθεί σε δημόσια διαβούλευση. Η προοπτική απαγόρευσης της χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά ηλικίας ως 15 ετών έχει ήδη υποστηρικτές, αλλά θα ήταν πιο ορθό, να λάβουμε μια απόφαση στη βάση επιστημονικών δεδομένων.







