Ένα συχνό λάθος που κάνουν οι περισσότεροι οδηγοί κάθε πρωί μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα κοστοβόρο, οδηγώντας σε αυξημένες φθορές και ακριβές εργασίες συντήρησης.
Οι οδηγοί γνωρίζουν ότι τις πρωινές ώρες, και ειδικά κατά τη χειμερινή περίοδο όπου οι εξωτερικές θερμοκρασίες είναι χαμηλότερες, υπάρχει μια άτυπη «τελετουργία» που καλό είναι να ακολουθείται πριν ξεκινήσει η οδήγηση.
Ένα τρικ που γνωρίζουν οι περισσότεροι είναι η πρακτική του να περιμένουμε λίγα δευτερόλεπτα πριν ξεκινήσουμε την οδήγηση, επιτρέποντας έτσι τον κινητήρα να φτάσει σε λειτουργική θερμοκρασία.
Και αν η παραπάνω πρακτική σίγουρα δεν βλάπτει το αυτοκίνητο, η πραγματικότητα είναι πως τα σύγχρονα οχήματα διαθέτουν τεχνολογίες που τους επιτρέπουν να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τις κρύες εκκινήσεις, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι θερμοκρασίες σπάνια πλησιάζουν συνθήκες ακραίου ψύχους.
Υπάρχει, όμως, μια άλλη πρακτική που ακολουθείται από πολλούς οδηγούς και η οποία μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά επιβαρυντική για τον κινητήρα, ειδικά αν γίνεται κάθε πρωί. Πρόκειται για τη γρήγορη και απότομη οδήγηση αμέσως σε υψηλές στροφές αμέσως μετά την εκκίνηση και πριν ο κινητήρας προλάβει να φτάσει στη σωστή θερμοκρασία λειτουργίας, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερα επικίνδυνες καταστάσεις.
Γενικά, η μέση ιδανική θερμοκρασία λειτουργίας ενός κινητήρα κυμαίνεται κοντά στους 90 βαθμούς Κελσίου, αν και αυτό διαφοροποιείται ανάλογα με το μοντέλο.
Όταν το όχημα παραμένει εκτεθειμένο στο κρύο όλη τη νύχτα και ο οδηγός ξεκινά την οδήγηση με έντονα βυθίσματα του ποδιού στο γκάζι, ο κινητήρας καταπονείται σημαντικά, καθώς δεν ζεσταίνεται «οργανικά» με κλιμακωτά πατήματα στο πεντάλ, δημιουργώντας σοβαρές απειλές για τα επιμέρους μέρη του κινητήρα και την πρόκληση σημαντικών βλαβών.
Ο κίνδυνος αυξάνεται ακόμη περισσότερο αν λάβουμε υπόψη τη συμπεριφορά του λιπαντικού. Όταν ο κινητήρας σβήσει, το λάδι καταλήγει στο κάρτερ και, στις χαμηλές θερμοκρασίες, γίνεται πολύ πιο παχύρρευστο.
Αυτό σημαίνει ότι μετά την εκκίνηση απαιτείται περισσότερος χρόνος για να κυκλοφορήσει σωστά και να φτάσει σε όλα τα κινούμενα μέρη του κινητήρα.
Αν, σε αυτή τη φάση, ο οδηγός πιέσει τον κινητήρα με υψηλές στροφές και ταχύτητες, οι τριβές μεταξύ των μηχανικών μερών αυξάνονται υπερβολικά. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διαρροές ή ακόμη και σοβαρές μηχανικές αστοχίες, με ιδιαίτερα υψηλό κόστος επισκευών.
Ταυτόχρονα, κίνδυνοι από την γρήγορη οδήγηση με κρύο κινητήρα δημιουργούνται επίσης και από το καύσιμο.
Κατά τη φάση προθέρμανσης, ο κινητήρας λειτουργεί με ένα πλουσιότερο μείγμα, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα μέρος του καυσίμου να καταλήγει στο λάδι. Αν το αυτοκίνητο πραγματοποιεί μόνο σύντομες διαδρομές, κοντά ή κάτω των 10 χιλιομέτρων, το καύσιμο αυτό δεν προλαβαίνει να εξατμιστεί, υποβαθμίζοντας έτσι τις ιδιότητες του λιπαντικού.
Παράλληλα, υπό αυτές τις συνθήκες, εκτός από καύσιμο συσσωρεύεται και υγρασία. Ουσιαστικά, το νερό συμπυκνώνεται στους τοίχους των κυλίνδρων όταν ο κινητήρας ψύχεται και καταλήγει στο κάρτερ, και μαζί με το λάδι σχηματίζει ένα γαλάκτωμα με εξαιρετικά χαμηλές λιπαντικές ιδιότητες.
Σε ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες, μάλιστα, υπάρχει ακόμη και κίνδυνος να παγώσει, εμποδίζοντας τη σωστή ροή του λαδιού μέσω του φίλτρου.
Τέλος, οι σύντομες διαδρομές και η συνεχής λειτουργία του κινητήρα σε χαμηλές θερμοκρασίες ευνοούν τον σχηματισμό εναποθέσεων άνθρακα.
Ο θάλαμος καύσης, οι βαλβίδες και τα μπουζί καλύπτονται σταδιακά από κατάλοιπα, τα οποία, αν δεν «καθαριστούν» μέσω σωστής χρήσης του κινητήρα, μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και σε οπτανθρακοποίηση των ελατηρίων του εμβόλου και αυξημένη κατανάλωση λαδιού.





