Όταν ένας άνθρωπος ακούει τη διάγνωση «καρκίνος» συχνά σταματά να ακούει. Η γη χάνεται κάτω από τα πόδια του και ο ίδιος, μαζί με την οικογένειά του, μπαίνει σε μια δίνη αναζήτησης: Τι είναι ο καρκίνος που έχω; Πόσο θα ζήσω; Τι θα αλλάξει πάνω μου;
Σε μια εποχή όπου το διαδίκτυο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και πλέον η τεχνητή νοημοσύνη δίνουν απαντήσεις με ταχύτητα αλλά όχι πάντα με ασφάλεια, η ανάγκη για αξιόπιστη και κατανοητή ενημέρωση γίνεται κομμάτι της ίδιας της φροντίδας. Δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι το σημείο από το οποίο ξεκινά πολλές φορές η αγωνία του ασθενή και της οικογένειάς του. Σε αυτό το πεδίο έρχεται να παρέμβει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα EU-CIP, στο οποίο συμμετέχει το Ογκολογικό Κέντρο Τράπεζας Κύπρου. Όπως ανέφερε σε δηλώσεις της στον «Π» η δρ Ελισάβετ Παπαγεωργίου, το Ογκολογικό είναι το μοναδικό ελληνόφωνο κέντρο που συμμετέχει στο πρόγραμμα, αναλαμβάνοντας ρόλο στη διαμόρφωση και διαχείριση αξιόπιστης πληροφόρησης για τον καρκίνο στα Ελληνικά.
Ασφαλής πληροφόρηση
Το EU-CIP είναι τετραετές ευρωπαϊκό πρόγραμμα, το οποίο ξεκίνησε τον Μάιο του 2025. Σε αυτό συμμετέχουν 40 οργανισμοί από 18 χώρες, με στόχο τη δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής ψηφιακής πλατφόρμας με αξιόπιστες και κατανοητές πληροφορίες για τον καρκίνο. Η πλατφόρμα θα απευθύνεται σε ασθενείς, ανθρώπους που έχουν περάσει την εμπειρία του καρκίνου, συγγενείς και φροντιστές, καλύπτοντας όλα τα στάδια: από την πρόληψη και τη διάγνωση έως τη θεραπεία, τις παρενέργειες, την ψυχολογική στήριξη και τη ζωή μετά. Όπως εξηγεί η δρ Παπαγεωργίου, η πλατφόρμα δεν έρχεται να αντικαταστήσει τον γιατρό. Έρχεται να λειτουργήσει ως μια ασφαλής βάση πληροφόρησης, ώστε ο ασθενής και οι δικοί του άνθρωποι να μπορούν να κατανοούν καλύτερα όσα ακούνε στο ιατρείο και να συμμετέχουν πιο ουσιαστικά στη συζήτηση για τη φροντίδα τους. Στόχος είναι να ανανεώνεται διαρκώς, ακολουθώντας τις εξελίξεις στην πρόληψη, διάγνωση και αντιμετώπιση του καρκίνου.
Μικρή χώρα
Η ανάγκη για σωστή ενημέρωση συνδέεται και με το ζήτημα των κλινικών μελετών. Στο Ογκολογικό, σύμφωνα με τη δρα Παπαγεωργίου, γίνονται κλινικές μελέτες, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που προκύπτουν όταν ένα ερευνητικό κέντρο δραστηριοποιείται σε μια μικρή χώρα όπως είναι η Κύπρος. Οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, όταν σχεδιάζουν δοκιμές για καινοτόμα φάρμακα, συχνά επιλέγουν μεγαλύτερες χώρες, όπου μπορούν να στρατολογήσουν περισσότερους ασθενείς και να έχουν πιο άμεσα αποτελέσματα. Η Κύπρος δεν μπορεί να αλλάξει το μέγεθός της, μπορεί όμως να αλλάξει τη θέση της μέσα στα ευρωπαϊκά δίκτυα. Αυτό επιχειρείται, όπως ανέφερε η δρ Παπαγεωργίου, μέσα από τη συμμετοχή του Ογκολογικού σε ευρωπαϊκά προγράμματα και μέσα από μια ευρύτερη προσπάθεια να λαμβάνονται υπόψη και οι ανάγκες των μικρών κρατών. Ερωτηθείσα ως προς το κατά πόσο οι Κύπριοι ασθενείς αποδέχονται με ευκολία να συμμετέχουν σε κλινικές μελέτες, η δρ Παπαγεωργίου σημείωσε ότι δεν είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένοι με την έννοια των κλινικών δοκιμών, όμως, όταν ενημερωθούν σωστά, οι περισσότεροι είναι θετικοί στο να συμμετάσχουν.
Από τη θεωρία στην ιατρική πράξη
Ένα από τα σημεία στα οποία στάθηκε η δρ Παπαγεωργίου είναι ότι η έρευνα έχει αξία όταν φτάνει στην πράξη· όταν δεν μένει σε ευρωπαϊκά έγγραφα και πρωτόκολλα αλλά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίον παρακολουθείται και θεραπεύεται ένας ασθενής. Σε αυτή τη λογική εντάσσεται και η προσπάθεια αξιολόγησης του Ογκολογικού ως Comprehensive Cancer Centre (CCC), δηλαδή ως ολοκληρωμένου ογκολογικού κέντρου. Η διαφορά, όπως προκύπτει από τη συζήτηση, δεν είναι τυπική. Ένα τέτοιο κέντρο, μέσα από συνεργασίες εντός της χώρας, δεν περιορίζεται στη θεραπεία αλλά καλείται να καλύπτει όλη τη διαδρομή: πρόληψη, διάγνωση, έρευνα, θεραπεία και φροντίδα μετά το τέλος της θεραπείας. Η εξατομικευμένη ιατρική φροντίδα είναι ένας ακόμη άξονας της νέας ογκολογικής πραγματικότητας. Με απλά λόγια, η θεραπεία δεν βασίζεται μόνο στο είδος του καρκίνου ή στο όργανο στο οποίο εμφανίστηκε αλλά και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του όγκου. Αυτό απαιτεί πιο εξειδικευμένες ομάδες, με ογκολόγους, γενετιστές και ειδικούς στην ανάλυση των μοριακών και γενετικών χαρακτηριστικών του όγκου. Στο Ογκολογικό, όπως ανέφερε η δρ Παπαγεωργίου, ήδη λειτουργεί αντίστοιχη ομάδα για τον καρκίνο του πνεύμονα, ενώ στόχος είναι τα επόμενα χρόνια τέτοιες προσεγγίσεις να ενισχυθούν και για άλλες μορφές καρκίνου.
Μετά τη θεραπεία
Η πρόοδος της ιατρικής έχει αυξήσει τα ποσοστά επιβίωσης σε αρκετές μορφές καρκίνου, φέρνοντας στην επιφάνεια μια ανάγκη που για χρόνια έμενε πιο πίσω: τη φροντίδα μετά την αποθεραπεία. Στο Ογκολογικό λειτουργεί από το 2020 σχετική δομή, με αρχή από τον καρκίνο του μαστού. Η παρακολούθηση μετά τη θεραπεία δεν αφορά μόνο τον φόβο ή το ρίσκο επανεμφάνισης της νόσου. Αφορά και παρενέργειες της ασθένειας ή της θεραπείας που μπορεί να εμφανιστούν ακόμη και χρόνια αργότερα. Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και η συμμετοχή του Ογκολογικού στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα JANE-2, ένας από τους στόχους του οποίου είναι η περαιτέρω ανάπτυξη της κλινικής παρακολούθησης μετά την αποθεραπεία, μέσα από τις λεγόμενες survivorship clinics. Η ανάγκη αυτή γίνεται πιο έντονη όσο αυξάνονται οι άνθρωποι που ολοκληρώνουν τη θεραπεία τους και χρειάζονται οργανωμένη φροντίδα για την επόμενη μέρα.







