Έξι μήνες. Τόσος χρόνος έχει περάσει από τότε που μια οικογένεια ξεκίνησε να αναζητά ένα νέο σπίτι για έναν άνθρωπο με βαριά αναπηρία. Έξι μήνες τηλεφωνημάτων, επιστολών, αιτημάτων και συναντήσεων με κρατικές υπηρεσίες, υπουργεία, πολιτικά κόμματα, βουλευτές και το Προεδρικό. Έξι μήνες χωρίς αποτέλεσμα. Στο μεταξύ, ο χρόνος μετρά αντίστροφα.
Ο άνδρας, το όνομα του οποίου ο «Π» δεν δημοσιοποιεί για λόγους προστασίας της ιδιωτικής του ζωής, ζει καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο από το 2007. Λίγες ημέρες μετά από επέμβαση ανοικτής καρδιάς υπέστη βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο, με αποτέλεσμα να μείνει παράλυτος στη δεξιά πλευρά του σώματος και να χάσει την ικανότητα ομιλίας. Έκτοτε χρειάζεται καθημερινή φροντίδα και υποστήριξη σε κάθε πτυχή της ζωής του. Σήμερα, όμως, η μεγαλύτερη αγωνία της οικογένειάς του δεν αφορά την υγεία του. Αφορά το πού θα μείνει.
Τους τελευταίους μήνες ο άνδρας, μέσω της αδερφής του κ. Μαρίας Ι., απέστειλε αλλεπάλληλες επιστολές προς τον υπουργό Εσωτερικών, το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, πολιτικά κόμματα και άλλους αρμόδιους φορείς, περιγράφοντας το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει. Σε μία από αυτές αναφέρει ότι διαμένει σε κατοικία σε προσφυγικό συνοικισμό, η οποία άλλαξε δύο φορές ιδιοκτήτη, μέχρι που ο σημερινός ιδιοκτήτης τού ζήτησε να την εγκαταλείψει, καθώς τη χρειάζεται για ιδία χρήση. «Δυστυχώς δεν υπάρχει κάποιο γνωστό ή οικογενειακό πρόσωπο να με βοηθήσει και να με φιλοξενήσει», αναφέρει, απευθύνοντας έκκληση για βοήθεια ώστε να εξευρεθεί μια κατοικία στην οποία να μπορεί να διαμείνει. Σε άλλη επιστολή εξηγεί ότι, λόγω της αναπηρίας του, δεν μπορεί να μετακομίσει σε οποιοδήποτε σπίτι. Χρειάζεται κατοικία προσβάσιμη για άτομο σε αναπηρικό αμαξίδιο. Όμως, όπως σημειώνει, τα ελάχιστα σπίτια που πληρούν αυτές τις προδιαγραφές ενοικιάζονται σε τιμές που ξεπερνούν κατά πολύ τις οικονομικές του δυνατότητες.
«Έχουμε χτυπήσει όλες τις πόρτες»
Η αδελφή του, μιλώντας στον «Π», περιγράφει μιαν οικογένεια που έχει εξαντλήσει κάθε διαθέσιμο μέσο. «Εδώ και περίπου έξι μήνες ψάχνουμε σπίτι που να είναι και οικονομικά προσιτό και κατάλληλο για άνθρωπο σε καροτσάκι. Τα σπίτια που βρήκαμε και ήταν προσβάσιμα ήταν μετρημένα στα δάχτυλα και τα ενοίκια ξεκινούσαν από 800 ή 900 ευρώ. Δεν μπορούμε να τα πληρώσουμε». Όπως εξηγεί, τα εισοδήματα (ΕΕΕ και επιδόματα) του αδελφού της καλύπτουν κυρίως τις ανάγκες που δημιουργεί η κατάσταση της υγείας του. Πληρώνεται ο βοηθός που βρίσκεται μαζί του σε 24ωρη βάση, τα φάρμακα, τα αναλώσιμα και μέρος του ενοικίου της κατοικίας όπου διαμένει σήμερα. Το ενοίκιο ανέρχεται στα 400 ευρώ, εκ των οποίων τα 200 καλύπτονται μέσω επιδόματος ενοικίου. «Έχουμε χτυπήσει πόρτες στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, στο Υφυπουργείο Πρόνοιας, στο Υπουργείο Εσωτερικών, σε βουλευτές, σε κόμματα, ακόμη και στο Προεδρικό. Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί λύση», είπε.
Σύμφωνα με την αδερφή του 68χρονου, έπειτα από αλλεπάλληλες παρεμβάσεις, οι ΥΚΕ τους ενημέρωσαν προ ημερών τηλεφωνικώς πως εάν οι ίδιοι εντοπίσουν κατοικία, μπορούν να υποβάλουν αίτηση ώστε, εφόσον εγκριθεί, να καλυφθούν τα δύο πρώτα ενοίκια. «Μα αυτό είναι το πρόβλημα;», λέει χαρακτηριστικά. «Δεν βρίσκουμε σπίτι ή ακόμα και να βρούμε δεν μπορούμε να το πληρώσουμε και αυτοί μας λένε να καλύψουν τα δύο πρώτα ενοίκια. Με τα επόμενα τι θα γίνει;», για να προσθέσει στη συνέχεια ότι «ο αδελφός μου ζει σήμερα σε ένα σπίτι που έχει αρκετά προβλήματα, αλλά κάνουμε υπομονή γιατί είναι προσιτό. Αν δεν βρεθεί άλλο σπίτι, οι επιλογές μας είναι δύο: Είτε να τον βάλουμε σε ίδρυμα, το οποίο δεν μπορούμε να πληρώνουμε, είτε να τον αφήσουμε στον δρόμο. Δεν ζητάμε λεφτά. Ένα σπίτι ζητάμε».






