Συνυπογράφουν:
-
Δρ. Δημήτριος Βόμβας, Διευθυντής Ακτινοθεραπευτικής Ογκολογίας & Πυρηνικής Ιατρικής, Ογκολογικό Κέντρο Τράπεζας Κύπρου
-
Δρ. Γιόλα Μάρκου, Τμήμα Παθολογίας Ογκολογίας, Ογκολογικό Κέντρο Τράπεζας Κύπρου
Κάθε χρόνο στην Κύπρο διαγιγνώσκονται περίπου 4.500 με 5.000 νέοι ασθενείς με καρκίνο. Η πρόοδος της ιατρικής επιστήμης, η εφαρμογή σύγχρονων θεραπευτικών μεθόδων και η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, σε συνδυασμό με τη δημιουργία εξειδικευμένων υποδομών, έχουν επιφέρει σημαντική βελτίωση στα ποσοστά επιβίωσης των ασθενών με καρκίνο. Οι νέες συνθήκες έχουν αλλάξει τον τρόπο, με τον οποίο πολλοί άνθρωποι βιώνουν τον καρκίνο, επιτρέποντάς τους να συνεχίζουν τη ζωή και την εργασία τους είτε κατά τη διάρκεια της θεραπείας είτε κατά τη μακροχρόνια διαχείρισης της νόσου.
Σε αυτό το νέο πλαίσιο αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα για τα συστήματα υγείας και την κοινωνία συνολικά. Πώς ορίζεται η φροντίδα όταν εκτείνεται πέραν από την ενεργό θεραπεία και αγγίζει την εργασία, την κοινωνική συμμετοχή και την ποιότητα ζωής;
Όταν η εργασία αποτελεί μέρος της θεραπείας
Για πολλούς ασθενείς, η εργασία αποτελεί πρωτίστως ζήτημα επιβίωσης. Η διατήρηση του εισοδήματος, της ασφαλιστικής κάλυψης και βεβαίως της πρόσβασης σε βασικούς πόρους συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα των ασθενών να συνεχίσουν τη θεραπεία και να διαχειριστούν τη νόσο, ιδίως σε περιπτώσεις μακροχρόνιας αντιμετώπισης του καρκίνου.
Πέρα από τη χρηματοοικονομική διάσταση, η εργασία διατηρεί την αίσθηση κανονικότητας, την αυτονομία και την κοινωνική επαφή. Λειτουργεί ως σταθερό σημείο σε μια περίοδο αβεβαιότητας και υπενθυμίζει ότι η ζωή συνεχίζεται, έστω και με αναγκαίες προσαρμογές.
Φυσικά, αυτό δεν αφορά όλους τους ασθενείς ούτε όλα τα στάδια της νόσου. Η θεραπεία και η ασφάλεια του ασθενούς παραμένουν απόλυτη προτεραιότητα. Ωστόσο, όπου είναι ιατρικά εφικτό, η παραμονή ή η σταδιακή επιστροφή στην εργασία, υπό ιατρική παρακολούθηση, μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά, ενισχύοντας τη λειτουργική ικανότητα, την ψυχική ευεξία και την κοινωνική συμμετοχή.
Η σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτική για τον καρκίνο υιοθετεί ολοένα και περισσότερο μια ολιστική φιλοσοφία φροντίδας. Στο πλαίσιο αυτό, η εξατομικευμένη ιατρική δεν αφορά μόνο την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας, αλλά και την προσαρμογή της φροντίδας στις ανάγκες της καθημερινής ζωής κάθε ασθενούς.
Η δυνατότητα εργασίας, η ψυχοκοινωνική στήριξη και η μακροχρόνια παρακολούθηση εντάσσονται πλέον ουσιαστικά στη συνολική αντιμετώπιση του καρκίνου. Η εργασία και η κοινωνική ένταξη αναγνωρίζονται ως στοιχεία που συμβάλλουν στη συνολική ευεξία του ανθρώπου που ζει με τη νόσο.
Από την κλινική πρακτική σε προγράμματα κοινωνικής επανένταξης
Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η σύνδεση υγείας και εργασίας αποτελεί πλέον μέρος μιας οργανωμένης στρατηγικής. Η μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2024) στο πλαίσιο του Europe's Beating Cancer Plan, καταγράφει εργαλεία και καλές πρακτικές για επανένταξη, αναδεικνύοντας τη σημασία της θεσμοθετημένης συνεργασίας μεταξύ συστημάτων υγείας, εργοδοτών και ασφαλιστικών φορέων, καθώς και την καταγραφή κατευθυντήριων γραμμών για τη διαχείριση χρόνιων παθήσεων στον χώρο εργασίας.
Προγράμματα όπως το Re-Turn στην Ολλανδία και το Rentree στο Βέλγιο προσφέρουν δομημένη υποστήριξη για τη σταδιακή επιστροφή στην εργασία, μέσα από εξατομικευμένη αξιολόγηση και συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, πρωτοβουλίες όπως το Working Through Cancer υποστηρίζουν ανθρώπους που εργάζονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή επιστρέφουν μετά από αυτή. Οι πρακτικές αυτές καταδεικνύουν ότι η εργασιακή επανένταξη δεν αποτελεί ατομική ευθύνη, αλλά οργανωμένη κοινωνική διαδικασία που απαιτεί σαφή πολιτικό σχεδιασμό και θεσμική στήριξη.
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην περίοδο της ενεργού θεραπείας. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ζουν μετά από τον καρκίνο ή διαχειρίζονται τη νόσο σε βάθος χρόνου, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για ένα νέο είδος φροντίδας. Μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, αρκετοί συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν συμπτώματα ή λειτουργικές προκλήσεις που επηρεάζουν την καθημερινότητα και την εργασία τους. Η πραγματικότητα αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για φροντίδα που δεν διακόπτεται με το τέλος της θεραπείας, αλλά προσαρμόζεται στη ζωή μετά τον καρκίνο, με έμφαση στη λειτουργικότητα, την αυτονομία και τη συνεχή υποστήριξη.
Εργασία μετά τον καρκίνο: η κυπριακή πραγματικότητα
Ευρωπαϊκές μελέτες δείχνουν ότι τα ποσοστά επιστροφής στην εργασία μετά από διάγνωση καρκίνου κυμαίνονται μεταξύ 60% και 92%, ανάλογα με τον τύπο της νόσου και τις συνθήκες υποστήριξης. Η εμπειρία αυτή όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει, έχει οδηγήσει αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ανάπτυξη πιο οργανωμένων πολιτικών που συνδέουν τη φροντίδα υγείας με την εργασιακή συνέχιση ή επανένταξη.
Στην Κύπρο, παρά τη σημαντική ενίσχυση της πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας μέσω του ΓεΣΥ, η υποστήριξη των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται με καρκίνο παραμένει αποσπασματική. Βασίζεται κυρίως σε γενικές ρυθμίσεις για χρόνιες παθήσεις ή στην καλή διάθεση εργοδοτών, χωρίς ενιαίο πλαίσιο, κοινά πρωτόκολλα ή θεσμοθετημένη συνεργασία μεταξύ επαγγελματιών υγείας, εργοδοτών και ασφαλιστικών φορέων. Η απουσία συστηματικής προσέγγισης περιορίζει τις δυνατότητες σταδιακής επανένταξης και αναδεικνύει την ανάγκη για στοχευμένο σχεδιασμό πολιτικών που θα ενσωματώνουν την εργασιακή διάσταση ως βασικό στοιχείο της ογκολογικής φροντίδας.
Ο ρόλος φορέων και θεσμών στη συστηματική επανένταξη
Εργοδότες, ασφαλιστικά ταμεία και το κράτος έχουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση συνθηκών που στηρίζουν ουσιαστικά τους ανθρώπους που ζουν με καρκίνο. Πρακτικές όπως η προσαρμογή ωραρίου και καθηκόντων, η τηλεργασία όπου είναι εφικτή και η σταδιακή επιστροφή στην εργασία μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Παράλληλα, οι θεσμικές ρυθμίσεις οφείλουν να διασφαλίζουν τη συνέχεια της εργασιακής σχέσης και την πρόσβαση σε δικαιώματα, χωρίς η προσπάθεια επανένταξης να συνοδεύεται από πρόσθετη ανασφάλεια.
Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών καταδεικνύει ότι, όπου υιοθετούνται οργανωμένες πολιτικές ίσων ευκαιριών και συστηματικής επανένταξης, περιορίζονται οι διακρίσεις και ενισχύεται ουσιαστικά η ποιότητα ζωής των ασθενών. Ταυτόχρονα, η διατήρηση της εργασιακής και οικονομικής συνέχειας μειώνει τον κίνδυνο μακροχρόνιου αποκλεισμού από την αγορά εργασίας, περιορίζοντας τις απώλειες για τα ασφαλιστικά συστήματα και την οικονομία συνολικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, πρωτοβουλίες από τον χώρο της υγείας, της κοινωνίας των πολιτών και των οργανισμών υγείας μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, συμβάλλοντας σε μια πιο ολιστική προσέγγιση που δεν εξαντλείται στη θεραπεία, αλλά επεκτείνεται στη μακροπρόθεσμη επιβίωση και κοινωνική συμμετοχή.
Στη χώρα μας σήμερα ζουν πολλοί συμπολίτες μας που έχουν βιώσει την εμπειρία του καρκίνου και έχουν καταφέρει να αποκαταστήσουν την υγεία τους. Οι άνθρωποι αυτοί χρειάζονται συνεχή και ουσιαστική στήριξη από την πολιτεία και την κοινωνία, μέσα από συντονισμένες δράσεις που διευκολύνουν την ομαλή επανένταξή τους στην καθημερινότητα και την εργασία.
Ο καρκίνος δεν είναι μια πραγματικότητα που περιορίζεται σε επετειακές αναφορές ή ημέρες ευαισθητοποίησης. Είναι μια διαρκής πρόκληση, που απαιτεί σταθερή πολιτική βούληση, συνεργασία και πρακτικές λύσεις. Η στήριξη των ανθρώπων που ζουν με και μετά τον καρκίνο πρέπει να είναι συνεχής, οργανωμένη και μετρήσιμη.
Ως γιατροί, θεωρούμε ότι ο διάλογος για την ολιστική διαχείριση του καρκίνου στην Κύπρο πρέπει να περάσει από τη διαπίστωση στην εφαρμογή. Με συγκεκριμένες πολιτικές που στηρίζουν τον άνθρωπο στην πράξη. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι μόνο η επιβίωση, αλλά η δυνατότητα να συνεχίσει να ζει και να εργάζεται με αξιοπρέπεια.







