Παρά την επέκταση προγραμμάτων στήριξης και ένταξης σε σχεδόν το ένα τέταρτο του μαθητικού πληθυσμού, η σχολική εγκατάλειψη εξακολουθεί να παραμένει ένα από τα ανοιχτά ζητήματα της κυπριακής Εκπαίδευσης. Η νέα κρατική έκθεση για την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Εγγύησης για το Παιδί υπενθυμίζει ότι η Κύπρος βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, την ώρα που παρουσιάζει σειρά μέτρων για περιορισμό του φαινομένου, χωρίς ωστόσο να συνοδεύει την καταγραφή με σαφή αποτίμηση της αποτελεσματικότητάς τους. Σύμφωνα με την έκθεση, το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης Εκπαίδευσης και κατάρτισης στην Κύπρο ανήλθε το 2024 στο 11,3%, έναντι 9,3% που ήταν ο μέσος όρος στην ΕΕ.
Μέτρα στήριξης
Κεντρική θέση στις παρεμβάσεις που παρουσιάζει η έκθεση έχει το πρόγραμμα «Δράσεις Σχολικής και Κοινωνικής Ένταξης+», το οποίο, για το σχολικό έτος 2025–2026, εφαρμόζεται σε 189 σχολικές μονάδες όλων των βαθμίδων. Συγκεκριμένα, καλύπτει 56 νηπιαγωγεία, 98 δημοτικά σχολεία, 32 γυμνάσια/λύκεια και 3 τεχνικές σχολές, φτάνοντας περίπου στο 24% του συνολικού μαθητικού πληθυσμού. Η έκθεση παρουσιάζει το πρόγραμμα ως βασικό εργαλείο για τη στήριξη μαθητών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας ή βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Στους στόχους του περιλαμβάνονται η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, η βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων, η μείωση της σχολικής αποτυχίας και της παραβατικότητας, καθώς και η μείωση της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου. Η έκταση του προγράμματος δείχνει ότι η Πολιτεία αναγνωρίζει τη σχολική εγκατάλειψη όχι ως μεμονωμένο εκπαιδευτικό πρόβλημα αλλά ως φαινόμενο που συνδέεται με ευρύτερους κοινωνικούς παράγοντες. Για αυτό και οι δράσεις του δεν περιορίζονται μόνο στην τάξη αλλά αφορούν και την κοινωνική ένταξη, την ψυχοκοινωνική στήριξη και την ενίσχυση μαθητών που θεωρούνται πιο ευάλωτοι.
Ευάλωτοι μαθητές
Η στόχευση των παρεμβάσεων αποκαλύπτει και τις ομάδες που, σύμφωνα με την έκθεση, βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Οι πολιτικές επικεντρώνονται κυρίως σε αλλοδαπούς μαθητές, αγόρια και μαθητές με χαμηλές επιδόσεις. Παράλληλα, γίνεται ειδική αναφορά σε μαθητές με μεταναστευτικό υπόβαθρο, περιλαμβανομένων και ασυνόδευτων ανηλίκων, οι οποίοι στηρίζονται μέσω πέντε εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Η αναφορά αυτή έχει σημασία καθώς δείχνει ότι η σχολική εγκατάλειψη δεν αντιμετωπίζεται ως ένα οριζόντιο φαινόμενο που επηρεάζει όλους τους μαθητές με τον ίδιο τρόπο. Αντίθετα, η ίδια η έκθεση αναγνωρίζει ότι υπάρχουν ομάδες μαθητών που χρειάζονται στοχευμένη στήριξη, είτε λόγω κοινωνικού υπόβαθρου είτε λόγω χαμηλής σχολικής επίδοσης είτε λόγω δυσκολιών ένταξης στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Εναλλακτικές διαδρομές
Πέρα από τα προγράμματα ένταξης, η έκθεση αναφέρεται και σε ευρύτερες παρεμβάσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα. Σε αυτές περιλαμβάνονται η αναθεώρηση των αναλυτικών προγραμμάτων για μείωση του φόρτου, η ενίσχυση βασικών δεξιοτήτων και η ανάπτυξη νέων εκπαιδευτικών διαδρομών. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά σε ολοήμερα λύκεια STEAM, σε τεχνικά σχολεία κατώτερης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και σε σύγχρονο σύστημα μαθητείας. Οι παρεμβάσεις αυτές παρουσιάζονται ως προσπάθεια εκσυγχρονισμού της Εκπαίδευσης και ενίσχυσης της συμμετοχής μαθητών σε εναλλακτικές μορφές Εκπαίδευσης και κατάρτισης. Στην πράξη, η λογική που προκύπτει από την έκθεση είναι ότι η μείωση της σχολικής εγκατάλειψης δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με επιπλέον στήριξη μέσα στο υφιστάμενο σχολικό πλαίσιο αλλά και με περισσότερες επιλογές για μαθητές που δεν ανταποκρίνονται στο παραδοσιακό μοντέλο Εκπαίδευσης.
Εξωγενείς παράγοντες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο η έκθεση ερμηνεύει την αύξηση του δείκτη. Όπως αναφέρει, το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης παρουσιάζει ευαισθησία στις μεταβολές και το φαινόμενο στην Κύπρο δεν εξαρτάται τόσο από τις εκπαιδευτικές πολιτικές όσο από εξωγενείς παράγοντες, όπως η φτώχεια, η παράτυπη και παράνομη μετανάστευση. Η διατύπωση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς μεταφέρει μέρος της εξήγησης εκτός του εκπαιδευτικού συστήματος. Η έκθεση, δηλαδή, αναγνωρίζει ότι η Κύπρος έχει υψηλότερο ποσοστό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αλλά ταυτόχρονα αποδίδει την εξέλιξη του δείκτη κυρίως σε παράγοντες που υπερβαίνουν τις καθαρά εκπαιδευτικές πολιτικές.







