Η υπουργός Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας, Δρ Αθηνά Μιχαηλίδου, μιλά στον «Π» για την εκπαιδευτική πραγματικότητα μιας Κύπρου που αλλάζει δημογραφικά, κοινωνικά και γλωσσικά. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκονται τα παιδιά που ζουν και φοιτούν στη χώρα μας, είτε γεννήθηκαν εδώ, είτε βρήκαν στην Κύπρο καταφύγιο, ασφάλεια και μια δεύτερη πατρίδα. Μέσα από αριθμούς, πολιτικές, προγράμματα και σχεδιασμούς, η υπουργός παρουσιάζει πώς το δημόσιο σχολείο καλείται να ανταποκριθεί σε μια νέα πραγματικότητα: Την αυξανόμενη ζήτηση για αγγλόφωνη εκπαίδευση, την ένταξη παιδιών με μεταναστευτική βιογραφία, τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας και την ανάγκη ισορροπίας ανάμεσα στη διεθνοποίηση και την ελληνόγλωσση παιδεία.
Αγγλόφωνα σχολεία
Ερωτηθείσα για τη σημερινή εικόνα των μαθητών που φοιτούν σε αγγλόφωνα σχολεία στην Κύπρο, η κ. Μιχαηλίδου εξηγεί ότι τα αγγλόφωνα ιδιωτικά σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης είχαν μέχρι πρόσφατα ως βασικό σημείο αναφοράς το αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα, με προγράμματα σπουδών που οδηγούσαν κυρίως σε διεθνείς εξετάσεις τύπου A-Level. Τα τελευταία δύο με τρία χρόνια, ωστόσο, καταγράφεται μια διαφοροποίηση. Νέα σχολεία που ιδρύονται, αλλά και ορισμένα υφιστάμενα αγγλόφωνα σχολεία, στρέφονται πλέον προς την εφαρμογή του αγγλόφωνου προγράμματος International Baccalaureate (IB). Η εικόνα διαφοροποιείται ανά επαρχία. Στη Λευκωσία, ο αριθμός των μαθητών παραμένει σε γενικές γραμμές σταθερός. Στη Λάρνακα, το σχολείο που αποτελείται κυρίως από Κύπριους μαθητές διατηρεί σταθερό αριθμό, ενώ στα υπόλοιπα αγγλόφωνα σχολεία της επαρχίας καταγράφεται αύξηση. Αντίθετα, στις επαρχίες Λεμεσού και Πάφου παρατηρείται σημαντική αύξηση των μαθητών που φοιτούν σε αγγλόφωνα ιδιωτικά σχολεία, είτε αυτά ακολουθούν το αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα είτε το πρόγραμμα IB.
Η υπουργός συνδέει την αυξανόμενη ζήτηση με τις δημογραφικές μεταβολές και την εγκατάσταση στην Κύπρο ξένων οικογενειών, κυρίως από τη Ρωσία, την Ουκρανία, το Ισραήλ και την Κίνα. Για αυτές τις οικογένειες, τα αγγλόφωνα σχολεία αποτελούν συχνά τη βασική ή και τη μόνη πρακτική επιλογή. Αντίθετα, η προτίμηση των αγγλόφωνων ιδιωτικών σχολείων από Κύπριους μαθητές, σύμφωνα με το υπουργείο, παραμένει σχετικά σταθερή και δεν παρουσιάζει αύξηση.
Υπό μελέτη αγγλόφωνο δημόσιο σχολείο
Απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσο υπάρχει στρατηγική σκέψη για ενίσχυση αγγλόφωνων προγραμμάτων εντός του δημόσιου σχολείου, η Δρ Μιχαηλίδου σημειώνει ότι σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο ενισχύεται η έμφαση στην πολυγλωσσία και στη διεθνοποίηση της εκπαίδευσης. Εξηγεί πώς ορισμένες χώρες εφαρμόζουν δίγλωσσα προγράμματα ή εντάσσουν επιλεκτικά μαθήματα στα αγγλικά, ως απάντηση στην αυξημένη κινητικότητα πληθυσμών και στην πολυπολιτισμικότητα.
Στην Κύπρο, το δημόσιο σχολείο ήδη επενδύει στην εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας, η οποία αποτελεί βασικό μέρος των προγραμμάτων σπουδών, αναφέρει. Σε ό,τι αφορά στην πιθανή ανάπτυξη αγγλόφωνων ή δίγλωσσων προγραμμάτων, το θέμα βρίσκεται στο στάδιο της μελέτης και αξιολόγησης διεθνών πρακτικών. Όπως τονίζει, οποιαδήποτε τέτοια πρωτοβουλία θα πρέπει να προκύψει μέσα από τεκμηριωμένο σχεδιασμό, παιδαγωγική αξιολόγηση και διάλογο με την εκπαιδευτική κοινότητα.
Ανθρωποκεντρική παιδεία
Θέσαμε στην κ. υπουργό το ερώημα πώς σε αυτό το περιβάλλον διασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ διεθνοποίησης και ελληνόγλωσσης παιδείας. Υπογραμμίζει ότι η παιδεία της Κύπρου έχει ευρωπαϊκό προσανατολισμό, καθώς η χώρα είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτόχρονα όμως, η ελληνική ρίζα της παιδείας δεν περιορίζεται στη γλώσσα, αλλά αφορά και το περιεχόμενό της: Μια ανθρωπιστική και ανθρωποκεντρική παιδεία. Η ευρωπαϊκή διάσταση, σύμφωνα με την ίδια, δεν αντιστρατεύεται την ελληνόγλωσση παιδεία. Αντίθετα, την ενισχύει και τη συμπληρώνει, τόσο στο περιεχόμενο όσο και στην πρακτική εφαρμογή της. Η ισορροπία αυτή αποτυπώνεται και στα αναλυτικά προγράμματα, τα οποία απευθύνονται στους αυριανούς πολίτες.
Μεταναστευτική βιογραφία
Όσον αφορά τον αριθμό των παιδιών που φοιτούν στο δημόσιο σχολείο και δεν έχουν την ελληνική ως πρώτη γλώσσα, η Δρ Μιχαηλίδου παραθέτει τα εξής στοιχεία: Στη Δημοτική Εκπαίδευση, τη σχολική χρονιά 2025-2026, οι μαθητές και μαθήτριες με μεταναστευτική βιογραφία ανέρχονται σε 11.778 σε σύνολο 50.932 μαθητών. Αποτελούν δηλαδή το 23% του μαθητικού πληθυσμού. Αν αφαιρεθούν οι μαθητές από την Ελλάδα, ο αριθμός όσων δεν έχουν την ελληνική ως πρώτη γλώσσα ανέρχεται σε 10.113, δηλαδή στο 19,9% του συνόλου των μαθητών των δημοτικών σχολείων. Ωστόσο, σημειώνει, δεν χρειάζονται όλα τα παιδιά γλωσσική ενίσχυση. Στα τμήματα ενισχυτικής διδασκαλίας της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας συμμετέχουν 5.513 παιδιά.
Στη Μέση Γενική Εκπαίδευση, οι μαθητές με μεταναστευτική βιογραφία ανέρχονται σε 8.148 σε σύνολο 42.136 μαθητών, ποσοστό 19,34%. Μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου 2026, στα προγράμματα εκμάθησης ελληνικής γλώσσας της Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης είχαν εγγραφεί 1.060 παιδιά, δηλαδή το 2,52% του μαθητικού πληθυσμού. Στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση φοιτούν 832 παιδιά με μεταναστευτική βιογραφία, από τα οποία πολύ μικρός αριθμός, κάτω των δέκα, συμμετέχει σε προγράμματα εκμάθησης ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας.
Γλωσσικό επίπεδο
Στη Δημοτική Εκπαίδευση, πριν από την ένταξη των παιδιών σε πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας για την εκμάθηση της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας, τα παιδιά αξιολογούνται, αναφέρει η υπουργός, από το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, μέσω των δοκιμίων «Μιλάς Ελληνικά Ι;». Όσα παιδιά δεν πετύχουν το επίπεδο Β1 εντάσσονται στο πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας για δύο χρόνια. Τα παιδιά της Στ΄ Δημοτικού επαναξιολογούνται πριν από τη μετάβασή τους στο Γυμνάσιο, ώστε τα αποτελέσματα να λαμβάνονται υπόψη στην ένταξή τους σε τμήματα υποστήριξης ή μεταβατικές τάξεις. Παράλληλα, εφαρμόζεται αρχική, ενδιάμεση και τελική διαμορφωτική αξιολόγηση, τόσο στη Δημοτική όσο και στη Μέση Εκπαίδευση. Στη Δημοτική, το πρώτο έτος αφορά το επίπεδο Α1 και το δεύτερο το Α2. Στη Μέση Εκπαίδευση, οι μαθητές αξιολογούνται σταδιακά στα επίπεδα Α1, Α2 και Β1.
Επιπλέον, αξιολογείται η προηγούμενη γνώση των παιδιών και σε άλλα γνωστικά αντικείμενα. Στη Δημοτική Εκπαίδευση υπάρχουν διαγνωστικά δοκίμια Μαθηματικών μεταφρασμένα σε 11 γλώσσες, ενώ στη Μέση Εκπαίδευση υπάρχουν δοκίμια Μαθηματικών, Φυσικής και Βιολογίας σε 10 γλώσσες.
Στην τάξη της ηλικίας τους
Η απορία μας είναι εάν η τοποθέτηση με βάση την ηλικία δημιουργεί προκλήσεις και εάν εξετάζεται διαφοροποίηση. Η υπουργός ξεκαθαρίζει ότι τόσο στη Δημοτική όσο και στη Μέση Εκπαίδευση η ένταξη των παιδιών γίνεται με βάση την ηλικία, όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία.
Ωστόσο, διαχωρίζει την έννοια του γνωστικού επιπέδου από την έννοια της γλωσσομάθειας. Όπως σημειώνει, τα παιδιά έχουν το γνωστικό επίπεδο που απαιτείται για να φοιτήσουν στην τάξη της ηλικίας τους, αλλά χρειάζονται ενίσχυση στην ελληνική γλώσσα. Στη Δημοτική Εκπαίδευση, τα αρχάρια παιδιά της Α΄τάξης διαχωρίζονται από τα αρχάρια παιδιά μεγαλύτερων τάξεων στα τμήματα ενισχυτικής διδασκαλίας, λόγω διαφορών στη γνωστική ανάπτυξη και στην ανάπτυξη του γραπτού λόγου. Τα παιδιά παρακολουθούν μέχρι δύο περιόδους την ημέρα, εκτός της γενικής τάξης πρόγραμμα εκμάθησης ελληνικών. Σε σχολεία με μεγάλο αριθμό παιδιών με μεταναστευτική βιογραφία παραχωρείται δεύτερος εκπαιδευτικός στην τάξη, ενώ για το νηπιαγωγείο έχει ετοιμαστεί οπτικοακουστικό και διαδραστικό υλικό σε διάφορες γλώσσες. Αντίστοιχο υλικό ετοιμάζεται και για το δημοτικό σχολείο, με συγχρηματοδότηση της ΕΕ μέσω του Ταμείου ασύλου, μετανάστευσης και ένταξης.
Σύμφωνα με τα δεδομένα, στη Δημοτική Εκπαίδευση λειτουργούν συνολικά περίπου 532 τμήματα για την εκμάθηση ή ενίσχυση της ελληνικής γλώσσας. Στη Μέση Εκπαίδευση λειτουργούν 84 τμήματα μεταβατικών τάξεων.
Επάρκεια διδασκάλων
Υπάρχει, όμως, επάρκεια εκπαιδευτικών για τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας; Σύμφωνα με την υπουργό Παιδείας, στη Δημοτική Εκπαίδευση οι εκπαιδευτικοί που αναλαμβάνουν τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας, θα πρέπει να έχουν παρακολουθήσει σχετική επιμόρφωση, να διαθέτουν εμπειρία στη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας ή στη διαπολιτισμική εκπαίδευση, ή να κατέχουν μεταπτυχιακά προσόντα. Σύμφωνα με αρχική διάγνωση επιμορφωτικών αναγκών που έγινε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο τον Σεπτέμβριο του 2025, το 64% των εκπαιδευτικών που ανέλαβαν το μάθημα, δήλωσαν ότι έχουν προηγούμενη εμπειρία. Στη Μέση Εκπαίδευση, τη διδασκαλία αναλαμβάνουν φιλόλογοι, οι οποίοι επιμορφώνονται συνεχώς μέσω σεμιναρίων.
Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο λειτουργεί επίσης δίκτυα υποστήριξης εκπαιδευτικών που διδάσκουν ελληνική ως δεύτερη γλώσσα. Στο διαδικτυακό περιβάλλον μάθησης Moodle συμμετέχουν συνολικά 530 εκπαιδευτικοί Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης.
Σε σχέση με την παρακολούθηση της προόδου των παιδιών η Δρ Μιχαηλίδου σημειώνει πως στη Δημοτική Εκπαίδευση, αξιολογείται μέσω του προγράμματος Ελληνομάθεια, με στόχο τα παιδιά να φτάσουν στο επίπεδο Β1 και να μπορούν να παρακολουθούν με μεγαλύτερη άνεση τα μαθήματα της γενικής τάξης. Σύμφωνα με τα δεδομένα του υπουργείου, περίπου 80% των παιδιών με μεταναστευτική βιογραφία που ολοκληρώνουν τη Στ΄Δημοτικού επιτυγχάνουν το επίπεδο Β1.
Στη Μέση Εκπαίδευση, πέρα από την αρχική, ενδιάμεση και τελική αξιολόγηση, χορηγούνται πλέον και δύο διαμορφωτικές αξιολογήσεις, μία σε κάθε τετράμηνο, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα μαθησιακά κενά και να γίνονται οι αναγκαίες παρεμβάσεις. Παράλληλα, έχει παραχθεί υλικό προσαρμοσμένο στο κυπριακό πλαίσιο, ειδικά για τα επίπεδα Α2 στη Δημοτική και Β1 στη Μέση Εκπαίδευση, με στόχο την ανάπτυξη ακαδημαϊκής γλωσσικής ικανότητας.
Σχέδιο Δράσης 2026-2028
Η υπουργός αναφέρει ότι αυτή την περίοδο υλοποιείται το σχέδιο δράσης της Διατμηματικής Επιτροπής ΥΠΑΝ για την ένταξη μαθητών και μαθητριών με μεταναστευτική βιογραφία 2026-2028. Δεν υπάρχει διαφοροποίηση στην πολιτική ανάμεσα σε παιδιά πρώτης και δεύτερης γενιάς μεταναστών. Όλα τα παιδιά φοιτούν στα σχολεία, ανεξάρτητα από το καθεστώς παραμονής των γονέων ή κηδεμόνων τους στη χώρα. Το σχέδιο δράσης βασίζεται σε πέντε άξονες: Χαρτογράφηση του μεταναστευτικού μαθητικού πληθυσμού, ένταξη νεοαφιχθέντων παιδιών, διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας, επαγγελματική μάθηση και ανάπτυξη εκπαιδευτικών, διαπολιτισμική διάσταση στο σχολικό πρόγραμμα και εφαρμογή πολιτικής κατά του ρατσισμού. Στο πλαίσιο του σχεδίου 2026-2028 έχει ενταχθεί και δράση για την ανάπτυξη δεικτών ένταξης, οι οποίοι μπορούν να συμβάλουν στον εντοπισμό αναγκών και στην εφαρμογή πιο στοχευμένων πολιτικών.
Όπως τονίζει η υπουργός, η προσπάθεια είναι συνεχής και εστιάζει όχι μόνο στην εκμάθηση της ελληνικής, αλλά και στην ενεργή συμμετοχή των παιδιών σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα, με στόχο ένα σχολείο, που αναγνωρίζει τη νέα πραγματικότητα και διασφαλίζει το δικαίωμα όλων των παιδιών στην εκπαίδευση.







