Την άμεση κινητοποίηση Κυβέρνησης και κομμάτων για την ανεύρεση των πόρων που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στην ειδική εκπαίδευση, ζήτησαν την Τετάρτη τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας, παρουσία και εκπροσώπων οργανώσεων για τα δικαιώματα ατόμων με αναπηρία.
Στις δηλώσεις του μετά από το τέλος της συνεδρίας, ο Πρόεδρος της επιτροπής, βουλευτής του ΔΗΚΟ, Παύλος Μυλωνάς, είπε ότι μετά από αρκετές συνεδρίες της Επιτροπής Παιδείας ολοκληρώθηκε κύκλος διαβουλεύσεων σε σχέση με τις επιχειρούμενες νομοθετικές αλλαγές που αναμένονται από τo Υπουργείο Παιδείας για τα θέματα της ειδικής εκπαίδευσης.
«Χρειάζεται πολιτική βούληση, όχι μόνο από την εκτελεστική εξουσία, αλλά από τους κομματικούς σχηματισμούς και τη Βουλή, που είναι συνυπεύθυνη, να επιχειρήσουμε να βρούμε τα χρήματα που χρειάζονται, η επένδυση εκατομμυρίων δισεκατομμυρίων, για να πετύχουμε τον στόχο», ανέφερε στη συνέχεια.
«Χρειάζεται χρόνος, δεν μπορεί να γίνουν σήμερα ή αύριο. Η αλλαγή της νομοθεσίας δεν θα μπορέσει αύριο να επιτρέψει στα παιδιά μας που χρειάζονται να συμμετάσχουν, όσα μπορούν και θέλουν, στο λεγόμενο συμπεριληπτικό σχολείο. Απεναντίας, χρειάζεται όλα αυτά να τεθούν στο τραπέζι, να συζητηθούν και να αποφασίσει η πολιτική ηγεσία να επενδύσει δισεκατομμύρια σε ένα βάθος χρόνου, το οποίο θα αποφασίσουν, για να μπορέσουν να ζουν και αυτά τα παιδιά που μπορούν και θέλουν με αξιοπρέπεια εντός των σχολικών μονάδων, διαφορετικά είναι συνθήματα από όλες τις πλευρές», σημείωσε περαιτέρω.
«Και πρέπει να πω και σε μια επίδοξη συνάδελφο, αν τα καταφέρει να εκλεγεί, ότι δεν αποδέχομαι να μου κουνά το δάχτυλο. Συνειδητά απαντώ, τα θέματα αυτά είναι πραγματικά, δεν είναι στη σφαίρα της φαντασίας και δεν έχουν όλοι οι γονείς τη δυνατότητα την οικονομική να στηρίξουν τα παιδιά τους, όπως μπορεί κάποιοι από αυτούς να το κάνουν σε ιδιωτικούς χώρους», συμπλήρωσε.
«Τα δημόσια σχολεία είναι για όλα τα παιδιά, χρειάζεται επένδυση και εκατομμύρια και δεν μπορεί να εφαρμοστεί αύριο η συμπεριληπτική λεγόμενη εκπαίδευση. Αυτό που μπορεί να γίνει όμως, και χρειάζεται να γίνει, είναι ένας στρατηγικός σχεδιασμός, ένα οργανόγραμμα, και κυρίως πολιτική βούληση, που δεν υπάρχει γιατί δεν υπάρχουν τα χρήματα αυτήν τη στιγμή», κατέληξε ο κ. Μυλωνάς.
Ο βουλευτής του ΔΗΣΥ, Γιώργος Κάρουλλας, είπε στις δικές του δηλώσεις ότι δεν θα πρέπει να αποτελεί δικαιολογία η καθυστέρηση σε σχέση με την κατάθεση για τη συζήτηση της νέας νομοθεσίας για την ειδική αγωγή και εκπαίδευση.
«Υπάρχουν πολλά, έχουν λεχθεί πολλάκις, δεν θα τα επαναλάβω, που μπορούν να γίνουν άμεσα από την εκτελεστική εξουσία και πολλά άλλα που μπορούν να τροχοδρομηθούν. Έχουμε αυξήσει το όριο ηλικίας στα ειδικά σχολεία μέχρι το 22ο έτος. Δεν είναι η λύση, αυτό που χρειάζεται να προωθηθεί άμεσα από την εκτελεστική εξουσία και προς τούτο αποστέλλονται ξανά σχετικές επιστολές, τα πολυδύναμα πολυθεματικά ειδικά σχολεία που να καλύπτουν το εύρος των αναγκών των παιδιών και ΑμεΑ από την γέννηση μέχρι την εκδημία», τόνισε σχετικά.
Από πλευράς του, ο βουλευτής του ΑΚΕΛ, Αντρέας Καυκαλιάς, είπε ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, κατ' επέκταση το εκπαιδευτικό σύστημα, δεν υποστηρίζει τις ανάγκες και τις δυνατότητες για φοίτηση και εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρίες.
«Επομένως, η ανάγκη για να αλλάξουν τα δεδομένα δεν είναι θέμα συζήτησης. Και ενώ όλοι συμφωνούμε σε αυτό, δυστυχώς η Κυβέρνηση και το αρμόδιο Υπουργείο δεν κάνουν τη δουλειά τους», συμπλήρωσε.
«Δεσμεύσεις που ανέλαβε και η προηγούμενη Κυβέρνηση αλλά και η παρούσα Κυβέρνηση για κατάθεση νέας νομοθεσίας δεν έχουν υλοποιηθεί. Σήμερα ακούσαμε για νέα διαδικασίες της εξέλιξης, νέες υποσχέσεις, όχι όμως συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα για αλλαγές στην νομοθεσία», ανέφερε στη συνέχεια.
«Στη δική μας αντίληψη και το δικό μας συμπέρασμα είναι πως στην πράξη αποδεικνύεται ότι τα άτομα με αναπηρίες και η εκπαίδευσή τους δεν είναι στις προτεραιότητες της Κυβέρνησης», σημείωσε ακολούθως.
Προσέθεσε πως τη στιγμή το θέμα της νέας νομοθεσίας χρονίζει, τα προβλήματα σε ό,τι αφορά στην ειδική εκπαίδευση διαιωνίζονται, προβλήματα που, όπως είπε, έχουν να κάνουν με τον υπερπληθυσμό στα ειδικά σχολεία, το τι γίνεται μετά το 21ο έτος της ηλικίας των ατόμων με αναπηρίες, το κεφάλαιο σχολικοί βοηθοί και τα προβλήματα που υπάρχουν, την ανάγκη για έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση για τα κέντρα αξιολόγησης, καθώς και την ανάγκη για θεσμοθέτηση και για εναλλακτικά προγράμματα παρέμβασης και φοίτησης. «Όλα αυτά πιέζουν ακόμα περισσότερο το εκπαιδευτικό σύστημα και οι λύσεις είναι επιβεβλημένο να δοθούν αμέσως», τόνισε καταληκτικά.
Από την πλευρά του, ο βουλευτής της ΔΗΠΑ, Αλέκος Τρυφωνίδης είπε ότι η σημερινή συνεδρία της επιτροπής ανέδειξε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι, στο ζήτημα της ειδικής εκπαίδευσης «το Υπουργείο Παιδείας αποδεικνύεται ανακόλουθο απέναντι στις δεσμεύσεις της κυβέρνησης, του ιδίου του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Υπουργού και χειρίζεται με απαράδεκτη κωλυσιεργία αυτό το εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα».
Όπως εξήγησε, το νομοσχέδιο για την αναδιαμόρφωση της ειδικής εκπαίδευσης που αφορά τα παιδιά με αναπηρίες αναμενόταν ενώπιον της Βουλής εδώ και έναν ολόκληρο χρόνο, αντ’ αυτού, σήμερα η επιτροπή ενημερώθηκε ότι μόλις τώρα ξεκινούν οι διαβουλεύσεις, «μια ενημέρωση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα μέχρι σήμερα μας διαβεβαίωνε το Υπουργείο, ότι δηλαδή οι διαβουλεύσεις βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη τον προηγούμενο χρόνο, παράλληλα με άλλα συναφή νομοσχέδια».
Υπενθυμίζοντας ότι, μετά από συνεννόηση με την Υπουργό Παιδείας, είχε τεθεί ως καταληκτική ημερομηνία η κατάθεση του νομοσχεδίου μέχρι το τέλος του 2025, χαρακτήρισε «τραγικό» το γεγονός ότι «μετά από δώδεκα ολόκληρα χρόνια συζητήσεων, να βρισκόμαστε ακόμη στο στάδιο της διαβούλευσης, τη στιγμή που τα προβλήματα, οι ανάγκες και οι λύσεις είναι σε όλους γνωστές».
«Η απαίτηση της Δημοκρατικής Παράταξης είναι ξεκάθαρη: στηρίξαμε την Υπουργό και το Υπουργείο για πολύ σοβαρά νομοσχέδια και ζητούμε επιτάχυνση των διαβουλεύσεων εντός των επόμενων 15 ημερών και άμεση κατάθεση, έστω τροποποιήσεων στον υφιστάμενο νόμο, ώστε να συζητηθεί και να ψηφιστεί πριν την αναστολή των εργασιών της Βουλής ενόψει των εκλογών του Μαΐου. Το οφείλουμε στα παιδιά με αναπηρίες και στις οικογένειές τους. Το οφείλουμε ως κοινωνία», τόνισε.
Ανέδειξε επίσης και τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ειδικά σχολεία, όπως η Σχολή Τυφλών, που χρήζουν άμεσης παρέμβασης όπως ο υπερπληθυσμός, οι εγκαταστάσεις στο σχολείο και πολλά άλλα προβλήματα, τα οποία, όπως είπε, είδε επιτόπου η Επιτροπή Παιδείας εδώ και μήνες μαζί με τους τεχνοκράτες του Υπουργείου Παιδείας, «αλλά μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει διορθωθεί τίποτα», και για τα οποία ζήτησε την άμεση παρέμβαση του Υπουργείου «για να διορθωθούν έστω τα τρέχοντα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτά τα ειδικά σχολεία».
Τόνισε παράλληλα ότι το νομοσχέδιο οφείλει να περιλαμβάνει ουσιαστική αναβάθμιση του ρόλου των σχολικών συνοδών, «οι οποίοι στην πράξη αποτελούν δεύτερους δασκάλους και δεύτερους γονείς για τα παιδιά αυτά».
Υπενθύμισε ακόμη ότι η Δημοκρατική Παράταξη έχει καταθέσει πρόταση και έχει κάνει και τις αρχικές διαβουλεύσεις για την εταιρική και κοινωνική ευθύνη των τραπεζών, με τη διάθεση μέρους των κερδών τους για τη στήριξη και δημιουργία ειδικών δομών με αρχική καταβολή ποσού ύψους 50 εκατομμυρίων ευρώ για την ανέγερσή τους, «γιατί μετά την ενηλικίωση των παιδιών και ιδιαίτερα μετά το θάνατο ή ανίατων ασθενειών που πάσχουν οι γονείς, πολλά άτομα με αναπηρίες καταλήγουν χωρίς στήριξη, χωρίς βοήθεια, σε γηροκομεία και στο περιθώριο».
«Αυτό δεν είναι κοινωνικό κράτος, δεν μπορούμε να το αποδεχτούμε και καλούμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Υπουργό Παιδείας, οι διαβουλεύσεις που εμείς κάναμε αρχικά με τις τράπεζες, να τις συνεχίσουν για να καταλήξουν σε συμφωνία και τη συνεισφορά των τραπεζών να την κάνουμε πράξη σε αυτά τα παιδιά, σε αυτούς τους μικρούς ήρωες», κατέληξε ο κ Τρυφωνίδης.
Στις δικές της δηλώσεις, η πρόεδρος της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων, Θέμις Ανθοπούλου, ανέφερε ότι η ΚΥΣΟΑ κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής Παιδείας στη συζήτηση για την νομοθεσία περί ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης ότι το αναπηρικό κίνημα αναμένει εδώ και πολλά χρόνια τη δημιουργία ενιαίου νομοθετικού πλαισίου.
«Αυτή ήταν και προεκλογική δέσμευση του Πρόεδρου Χριστοδουλίδη. Αντ’ αυτού το Υπουργείο Παιδείας προτίθεται να προχωρήσει με τροποποιήσεις στο υφιστάμενο πλαίσιο που ξεκινά από διαχωρισμούς, καθότι υπάρχει η νομοθεσία για τα παιδιά που δεν έχουν χρόνιες ασθένειες, δεν έχουν μαθησιακές δυσκολίες, δεν έχουν αναπηρία, και ο περί ειδικής αγωγής που αφορά όλα τα υπόλοιπα παιδιά», ανέφερε στη συνέχεια.
«Ως ΚΥΣΟΑ χειριζόμαστε καθημερινά περιπτώσεις παιδιών που περνούν την “οδύσσεια” του εκπαιδευτικού συστήματος», σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι εκκρεμεί πολύ σύντομα αίτημα της ΚΥΣΟΑ, «γιατί για αυτές τις τροποποιήσεις έχουν ακουστεί γονείς, έχουν ακουστεί οι εκπαιδευτικοί, έχουν ακουστεί οι συντεχνιακοί, δεν έχουν ακουστεί τα παιδιά όπως ξεκάθαρα προνοεί η Σύμβαση για τα Παιδιά και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες».
«Υπάρχει αίτημά μας ενώπιον της Υπουργού και ενώπιον του Πρόεδρου της Δημοκρατίας για να ακούσει η πολιτεία τα ίδια τα παιδιά με αναπηρίες, όπως άκουσε σήμερα η Επιτροπή Παιδείας τι βιώνει ένα παιδί μέσα στο κυπριακό εκπαιδευτικό πλαίσιο. Αναμένουμε τον ορισμό της ημερομηνίας γιατί τα παιδιά έχουν φωνή, τα παιδιά μπορούν να μιλήσουν και αυτό είναι κάτι που συζητήσαμε και με την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Αν δεν κατατεθεί η θέση των παιδιών, ως ΚΥΣΟΑ δεν μπορούμε να προχωρήσουμε με οποιεσδήποτε τροποποιήσεις στον περί ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης νόμο», τόνισε.
Ανέφερε επίσης έπειτα από σχετικά ερώτηση ότι η Κύπρος βρίσκεται στην προτελευταία θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την παροχή στήριξης στα παιδιά με αναπηρίες παρά την άνοδο του ΑΕΠ της χώρας και ενώ την ίδια ώρα είναι μεταξύ των πρώτων χωρών στην ΕΕ ως προς τις αμοιβές προς τους εκπαιδευτικούς.
Ανέδειξε επίσης τη δυσκολία ανεύρεσης συνοδών αφού η αμοιβή είναι μόνο 700 ευρώ, τη στιγμή που σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται και δεύτερος εκπαιδευτικός, για παιδιά με ειδικές ανάγκες.
Συμπληρωματικά, η Πρόεδρος του Συνδέσμου Παιδιών με Ελλειμματική Προσοχή ή Υπερκινητικότητα, Μαρίνα Γεωργίου, ανέφερε ότι υπάρχουν νομοθεσίες, οι οποίες δεν εφαρμόζονται και πως οι επιτροπές οι οποίες αξιολογούν τα παιδιά δεν έχουν επαφή με τα ίδια τα παιδιά, αλλά στηρίζονται σε εκθέσεις εκπαιδευτικών, ενώ ο Σταύρος Βρόντης, μέλος της ΚΥΣΟΑ και πατέρας παιδιών με αναπηρίες, είπε ότι παιδιά καταλήγουν σε ειδικά σχολεία, ενώ θα μπορούσαν να φοιτήσουν σε κανονικά σχολεία, να αποκτήσουν ικανότητες και να συνεισφέρουν στην κοινωνία.
Πηγή: ΚΥΠΕ





