«Μου είπαν “να παρακαλάς να τελειώσεις το σχολείο” και εγώ μπήκα στο πανεπιστήμιο με το έτσι θέλω και σήμερα είμαι υποψήφια διδάκτωρ». Αυτά ήταν τα λόγια με τα οποία επέλεξε να αρχίσει την παρέμβαση της η Πάολα Φραντζή, ενώπιον της Επιτροπής Παιδείας της Βουλής. Σήμερα η Επιτροπή, έθεσε εκ νέου ενώπιον τα προβλήματα που υπάρχουν στην ειδική εκπαίδευση, και είχαν την ευκαιρία να ακούσουν μέσα από τα λεγόμενα της κ. Φραντζή πως είναι για ένα παιδί να φοιτά σε ειδικό σχολείο. Η παρέμβασή της άφησε ισχυρό αποτύπωμα, συγκλονίζοντας βουλευτές και παρευρισκόμενους.
Περιγράφοντας τη διαδρομή της, ανέφερε ότι ξεκίνησε τη φοίτησή της σε ειδικό σχολείο, το οποίο δεν ήταν σωστά διαμορφωμένο και δεν διέθετε τις απαραίτητες υποδομές. «Όταν εγώ μπήκα στο εκπαιδευτικό σύστημα, άκουγα “να παρακαλάς να τελειώσεις το σχολείο”», ανέφερε χαρακτηριστικά. Στη συνέχεια πέρασε από επαρχιακή επιτροπή ειδικής αγωγής, η οποία, όπως είπε, δεν είχε πραγματική εικόνα της καθημερινότητας των παιδιών με αναπηρία. «Αν ακούγαμε τι μας είχαν πει, σήμερα δεν θα ήμουν εδώ που βρίσκομαι», σημείωσε.
Η ίδια μίλησε για την έντονη αμφισβήτηση που αντιμετώπισε όταν εξέφρασε την επιθυμία της να συνεχίσει τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Όπως είπε, κατάφερε να εισαχθεί «με το έτσι θέλω», την ώρα που γύρω της άκουγε πως αρκούσε απλώς να πάρει ένα απολυτήριο. Ακόμη και στο πανεπιστημιακό περιβάλλον, όταν ανέδειξε δυσκολίες, ακόμη και σε επίπεδο πρόσβασης στη βιβλιογραφία, ήρθε αντιμέτωπη με αποκλειστικές αντιλήψεις. «Άκουσα να μου λένε ότι “άνθρωποι σαν εσένα δεν πρέπει να είναι εδώ”», κατέθεσε.
Παρά τις δυσκολίες, αναγνώρισε ότι υπήρξαν εκπαιδευτικοί που τη στήριξαν, υπογραμμίζοντας τη σημασία της ανθρώπινης και παιδαγωγικής προσέγγισης μέσα σε ένα σύστημα που συχνά λειτουργεί αποτρεπτικά.
Κλείνοντας, η Πάολα Φραντζή έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς την Πολιτεία, τονίζοντας ότι οι πολιτικές για την Ειδική Εκπαίδευση δεν μπορούν να σχεδιάζονται ερήμην των ίδιων των παιδιών. «Δεν μπορεί να λαμβάνονται αποφάσεις για τα παιδιά χωρίς τα παιδιά», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι ανεξαρτήτως της μελλοντικής τους πορείας, η κοινωνία έχει χρέος να τους προσφέρει ίσες ευκαιρίες και ουσιαστική στήριξη.





