Η ρύθμιση για τη φύλαξη μαθητών πριν και μετά το σχολικό ωράριο μπορεί να ψηφίστηκε από τη Βουλή, ωστόσο οι αντιδράσεις που πυροδοτεί εντός της εκπαιδευτικής κοινότητας δείχνουν ότι το ζήτημα μόνο λήξαν δεν θεωρείται. Αρχικά η πρόταση νόμου προνοούσε ότι την ευθύνη για φύλαξη των μαθητών θα είχαν οι σχολικές εφορείες. Στην πορεία της συζήτησης στην Επιτροπή Παιδείας, με τους βουλευτές να λαμβάνουν υπόψη τους και παράγοντες όπως για παράδειγμα το ότι βάσει νόμου οι Σχολικές Εφορείες θα καταργηθούν το 2029, αποφασίστηκε την ευθύνη να αναλάβει το Υπουργείο Παιδείας.
Τις τελευταίες ημέρες, σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, εκπαιδευτικοί σπεύδουν να εκφράσουν τους προβληματισμούς τους. Η ανησυχία έγκειται κυρίως στο ενδεχόμενο η ευθύνη φύλαξης των παιδιών να μετακυλιστεί στους ιδίους. Η επέκταση της παρουσίας των μαθητών στον σχολικό χώρο, χωρίς αντίστοιχη οργάνωση και στήριξη δημιουργεί ζητήματα ασφάλειας, επισημαίνουν. Θεωρούν δε ότι η καθημερινότητα στο σχολείο ήδη έχει αυξημένες απαιτήσεις. Οργανωμένα σύνολα εκπαιδευτικών ξεκαθαρίζουν ότι τα σχολεία δεν μπορούν και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως χώροι φύλαξης παιδιών. Παράλληλα, τίθεται με έμφαση ότι τα καθήκοντα και το ωράριο των εκπαιδευτικών δεν μπορούν να αλλάζουν μονομερώς. Η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο σε πρακτικά ζητήματα, αλλά αγγίζει και τον ίδιο τον ρόλο του εκπαιδευτικού. Η νέα ρύθμιση ερμηνεύεται από πολλούς ως μετατόπιση από τον παιδαγωγικό ρόλο προς καθήκοντα επιτήρησης. Γίνεται λόγος ακόμη και για «θεσμοθέτηση της παιδικής εξάντλησης».
«Υπονομεύονται» οι εκπαιδευτικοί
Επί του θέματος τοποθετήθηκε και η πρόεδρος της ΠΟΕΔ Μύρια Βασιλείου, η οποία ξεκαθάρισε ότι «οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν και δεν θα μετατραπούν από παιδαγωγοί σε προσωπικό φύλαξης». Η ίδια εξέφρασε έντονη ανησυχία και διαφωνία για το γεγονός ότι, όπως ανέφερε, επιχειρείται η μετατροπή των σχολείων σε χώρους φύλαξης παιδιών, κάτι που υπονομεύει τόσο την αποστολή τους όσο και το κύρος και την αξιοπρέπεια των εκπαιδευτικών.
Τόνισε ότι ο ρόλος του δασκάλου είναι παιδαγωγικός και δεν μπορεί να ταυτίζεται με καθήκοντα φύλαξης, ενώ ξεκαθάρισε προς πάσα κατεύθυνση ότι δεν θα γίνει αποδεκτή οποιαδήποτε συζήτηση που αφορά την αλλαγή των καθηκόντων των εκπαιδευτικών. Παράλληλα, έθεσε ερωτήματα για την αυξημένη παραμονή των παιδιών στο σχολικό περιβάλλον, διερωτώμενη κατά πόσον έχει αξιολογηθεί ο αντίκτυπος που μπορεί να έχει στην καθημερινότητά τους. Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι εάν προχωρήσει η εφαρμογή της νομοθεσίας, το κράτος οφείλει να προχωρήσει στην πρόσληψη κατάλληλου βοηθητικού προσωπικού το οποίο θα αναλάβει αποκλειστικά αυτόν τον ρόλο.
Ενδεχομένως αντισυνταγματική
Από πλευράς Υπουργείου Παιδείας, η θέση που διατυπώνεται είναι ότι η νέα ρύθμιση θα μελετηθεί, με στόχο να διαμορφωθεί το πλαίσιο εφαρμογής της ενόψει της νέας σχολικής χρονιάς. Την ίδια στιγμή, αναγνωρίζεται ότι υπάρχουν νομικές και πρακτικές πτυχές που θα πρέπει να εξεταστούν. Μεταξύ αυτών και το ενδεχόμενο η νομοθεσία να εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας, ιδιαίτερα σε σχέση με τις επιπτώσεις στον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς θα χρειαστούν πρόσθετοι πόροι για την υλοποίησή της.







