Του Κυριάκου Α. Κενεβέζου
Οι βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου παρήγαγαν ασφαλώς νικητές και ηττημένους. Παρήγαγαν όμως και ένα πολιτικό συμπέρασμα που υπερβαίνει τα ποσοστά, τις έδρες και τις επιμέρους κομματικές αναγνώσεις.
Ο ευρύτερος κεντρώος χώρος της κυπριακής πολιτικής βρίσκεται σήμερα ενώπιον μιας κρίσιμης ιστορικής καμπής.
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται μια σταθερή και αδιαμφισβήτητη συρρίκνωση της εκλογικής του επιρροής. Ένας χώρος που πριν από μία δεκαετία συγκέντρωνε ποσοστά που κυμαίνονταν μεταξύ 25% και 30% της κοινωνίας, σήμερα κινείται αισθητά χαμηλότερα, ακολουθώντας μια πορεία που δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ούτε συγκυριακή ούτε προσωρινή.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η συρρίκνωση αυτή δεν φαίνεται να μεταφράζεται σε ανακατανομή δυνάμεων εντός του ίδιου του χώρου. Οι πολίτες δεν εγκαταλείπουν το ένα κεντρώο κόμμα για να ενισχύσουν κάποιο άλλο. Φαίνεται να απομακρύνονται συνολικά από μια πολιτική πρόταση που για χρόνια αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων στον τόπο.
Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλει σοβαρότητα, αυτογνωσία και προβληματισμό.
Και σίγουρα όχι μοιρολατρία.
Διότι η ιστορία των πολιτικών ρευμάτων δεν γράφεται αποκλειστικά από τις περιόδους ανόδου τους. Γράφεται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις περιόδους αμφισβήτησης και κρίσης.
Θα ήταν εύκολο να αναζητηθούν ευθύνες. Θα ήταν ακόμη ευκολότερο να αναλωθούμε σε αναδρομές, σε καταλογισμούς ή σε συζητήσεις γύρω από επιλογές προηγούμενων ετών. Δεν πιστεύω ότι αυτή είναι η ανάγκη της παρούσας στιγμής.
Οι επιλογές κάθε περιόδου κρίνονται στο ιστορικό τους πλαίσιο και αξιολογούνται από την κοινωνία. Το πραγματικό ερώτημα σήμερα δεν είναι αν το χθες ήταν σωστό ή λανθασμένο.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν ο χώρος διαθέτει μια πειστική απάντηση για το αύριο.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μεγαλύτερη πρόκληση.
Διότι στις βουλευτικές εκλογές του 2026 απουσίασε σε μεγάλο βαθμό μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από τα μεγάλα και δομικά ζητήματα που θα καθορίσουν το μέλλον της χώρας.
Απουσίασε μια βαθιά συζήτηση για τις κοινωνικές ανισότητες, για το παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας, για τις προοπτικές της νέας γενιάς, για τη θέση της Κύπρου σε ένα ολοένα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Και κυρίως, απουσίασε με τρόπο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητος το Κυπριακό.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η πατρίδα μας βρίσκεται αντιμέτωπη με νέα τετελεσμένα, με νέες προκλήσεις και με τον διαρκή κίνδυνο της παγίωσης μιας απαράδεκτης κατάστασης, το κορυφαίο εθνικό ζήτημα του τόπου δεν βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου όπως θα έπρεπε.
Αυτό δεν αποτελεί απλώς ένα επικοινωνιακό έλλειμμα.
Αποτελεί πολιτικό έλλειμμα.
Διότι οι πολιτικοί χώροι δεν χάνουν την επιρροή τους μόνο όταν χάνουν ψήφους. Τη χάνουν όταν παύουν να παράγουν πολιτικές ιδέες, όταν παύουν να θέτουν τα μεγάλα ερωτήματα και όταν παύουν να διατυπώνουν πειστικές απαντήσεις για τα μεγάλα ζητήματα της εποχής τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση που ανοίγει σήμερα δεν μπορεί να περιορίζεται στις τρέχουσες κοινοβουλευτικές διεργασίες, όσο σημαντικές και αν είναι. Η θέση που διατυπώνει το ΔΗΚΟ, το μοναδικό κεντρώο κόμμα στη Βουλή, στο ζήτημα της Προεδρίας της Βουλής είναι απολύτως θεμιτή και μάλλον ορθή μέσα στο πλαίσιο της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών και των κομμάτων.
Οι διαδικασίες όμως αυτές θα ολοκληρωθούν και η πολιτική ζωή θα συνεχίσει την πορεία της.
Και το στρατηγικό ερώτημα βρίσκεται αλλού.
Βρίσκεται στις προεδρικές εκλογές του 2028.
Και η συζήτηση αυτή οφείλει να αρχίσει από τώρα.
Όχι ως συζήτηση προσώπων.
Όχι ως συζήτηση μηχανισμών.
Όχι ως συζήτηση εκλογικών αριθμητικών.
Αλλά ως συζήτηση πολιτικής πρότασης.
Ο κεντρώος χώρος οφείλει να αναρωτηθεί αν επιθυμεί να προσέλθει στην επόμενη μεγάλη εθνική εκλογική αναμέτρηση ως παρατηρητής των εξελίξεων ή ως φορέας μιας ολοκληρωμένης πολιτικής πρότασης για τη χώρα.
Οφείλει να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να κινείται με όρους διαχείρισης της υφιστάμενης πραγματικότητας ή αν θα τολμήσει να διαμορφώσει μια νέα πολιτική προοπτική που θα απαντά στα μεγάλα κοινωνικά, οικονομικά και εθνικά ζητήματα της εποχής.
Οι προεδρικές εκλογές διαθέτουν ένα μοναδικό πολιτικό χαρακτηριστικό.
Δεν αποτελούν απλώς μια διαδικασία ανάδειξης του επόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας.
Αποτελούν ταυτόχρονα μια διαδικασία κατάθεσης πολιτικών προτάσεων, διαμόρφωσης νέων συσχετισμών και καθορισμού της πολιτικής ατζέντας της επόμενης ημέρας.
Σε ένα σύστημα δύο γύρων, η πολιτική αξία μιας πρότασης δεν εξαντλείται αποκλειστικά στην πρώτη Κυριακή.







