Αναγνώστες μας θέτουν το ερώτημα: θα καταβληθεί ο μισθός των βουλευτών και για τον μήνα Μάιο, παρά το γεγονός ότι η Βουλή έχει αυτοδιαλυθεί και δεν υφίσταται ως Σώμα από τις 23 Απριλίου;
Η απάντηση είναι καταφατική. Οι 56 βουλευτές μας, καθώς και οι τρεις εκλεγμένοι εκπρόσωποι των θρησκευτικών ομάδων των Αρμενίων, των Λατίνων και των Μαρωνιτών, θα λάβουν και τον μήνα Μάιο αντιμισθία ύψους €6.000 περίπου καθαρά, έκαστος. Μάλιστα, μεταξύ των επιδομάτων που προβλέπεται να καταβληθούν περιλαμβάνεται και το λεγόμενο κατ’ αποκοπήν επίδομα, ύψους περίπου €700, το οποίο χορηγείται ως αποζημίωση οδοιπορικών για τη συμμετοχή των βουλευτών στις συνεδριάσεις της Βουλής και της ολομέλειας του Σώματος.
Η απάντηση προκύπτει από το ίδιο το Σύνταγμα, τον υπέρτατο νόμο του κράτους. Ειδικότερα, το άρθρο 65 του Συντάγματος ορίζει ρητά ότι η Βουλή εκλέγεται για θητεία πέντε ετών και ότι η απερχόμενη Βουλή συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι την έναρξη των εργασιών της νέας Βουλής. Περαιτέρω, το άρθρο 67 παρέχει τη δυνατότητα αυτοδιάλυσης της Βουλής, τουλάχιστον 40 ημέρες πριν από την πρώτη συνεδρία της νεοεκλεγείσας Βουλής. Το γεγονός ότι οι βουλευτές συνεχίζουν να διατηρούν τη βουλευτική τους ιδιότητα, ακόμη και μετά τη διάλυση της Βουλής, και συνεπώς εξακολουθούν να λαμβάνουν τις προβλεπόμενες αποδοχές και να απολαμβάνουν τα συναφή προνόμια όπως ασυλία, προκύπτει από την ερμηνεία του άρθρου 68 του Συντάγματος, το οποίο ρυθμίζει το καθεστώς της μεταβατικής περιόδου. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, η Βουλή εξακολουθεί να λειτουργεί έως την έναρξη των εργασιών της νέας Βουλής, χωρίς όμως, να έχει τη δυνατότητα να ψηφίζει νόμους ή να λαμβάνει αποφάσεις επί οποιουδήποτε ζητήματος, εκτός από περιπτώσεις επειγουσών και εξαιρετικών απρόβλεπτων περιστάσεων, οι οποίες πρέπει να προσδιορίζονται ρητά στον σχετικό νόμο ή απόφαση.
Τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να αφορούν, για παράδειγμα, τις αναπομπές νόμων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η ολομέλεια της Βουλής οφείλει να συνέλθει εντός 15 ημερών, προκειμένου να εξετάσει την αναπομπή και να αποφασίσει κατά πόσο θα την αποδεχθεί ή όχι.
Όπως μας έχει αναφερθεί από το λογιστήριο της Βουλής, η καταβολή της μισθοδοσίας των υφιστάμενων βουλευτών θα τερματιστεί την ημέρα ορκωμοσίας των νέων βουλευτών. Αντιστοίχως, από την ίδια ημέρα θα αρχίσει να καταβάλλεται η μισθοδοσία των νεοεκλεγέντων. Οι βουλευτικές εκλογές θα διεξαχθούν στις 24 του μήνα, συνεπώς η ορκωμοσία των νέων βουλευτών αναμένεται να πραγματοποιηθεί εντός της τελευταίας εβδομάδας του Μαΐου.
Ο μισθός του βουλευτή
Οι τρεις αντιπρόσωποι των θρησκευτικών ομάδων εκλέγονται όπως και τα μέλη της Βουλής ανά πενταετία. Αν και δεν διαθέτουν δικαίωμα ψήφου, απολαύουν των ίδιων θεσμικών δικαιωμάτων με τα υπόλοιπα μέλη της Βουλής, συμπεριλαμβανομένης της βουλευτικής ασυλίας και της αντίστοιχης μισθοδοσίας. Ως εκ τούτου, για τον μήνα Μάιο, οι 56 βουλευτές και οι τρεις αντιπρόσωποι των θρησκευτικών ομάδων θα λάβουν τα ακόλουθα ποσά ως αντιμισθία, σύμφωνα με το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας:
- Ακαθάριστος μισθός – €4.693.
- Επιδόματα – €3.700. Στα επιδόματα περιλαμβάνονται το τιμαριθμικό επίδομα, καθώς και το επίδομα για γραμματειακές υπηρεσίες, το οποίο καταβάλλεται στους 59 και αποτελεί πρόσθετη παροχή, πέραν της απασχόλησης των κοινοβουλευτικών συνεργατών, το κόστος μισθοδοσίας των οποίων επωμίζεται το κράτος. Σήμερα στη Βουλή εργοδοτούνται 100 κοινοβουλευτικοί συνεργάτες για λογαριασμό των κομμάτων και των βουλευτών. Στον προϋπολογισμό της Βουλής για το έτος 2026 περιλαμβάνεται σχετικό κονδύλι ύψους €5,6 εκατ. για την κάλυψη της μισθοδοσίας τους κατά το τρέχον έτος.
Πρόσθετα, στα επιδόματα περιλαμβάνεται το κατ’ αποκοπήν επίδομα, το οποίο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, καταβάλλεται στους βουλευτές έναντι των οδοιπορικών τους εξόδων για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις και λοιπές εργασίες του Σώματος, καθώς και το επίδομα παραστάσεως.
Σύμφωνα, πάντα, με το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, οι βουλευτές υπόκεινται στις ακόλουθες μηνιαίες αποκοπές από τη μισθοδοσία τους:
- Ταμείο Χήρων - €237
- Σχέδιο Σύνταξης / φιλοδώρημα – €538
- Εισφορά ΓεΣΥ- €210
- Φόρος Εισοδήματος - €1.460. Σε περίπτωση που υφίστανται φορολογικές εκπτώσεις όπως για παράδειγμα ασφάλειες, το ποσό της φορολογικής αποκοπής μειώνεται αναλόγως.
Να σημειωθεί ότι από τις αποδοχές των βουλευτών δεν διενεργούνται αποκοπές για κοινωνικές ασφαλίσεις, καθώς τα ποσά που λαμβάνουν, μαζί με τα επιδόματα, δεν θεωρούνται μισθός αλλά αποζημίωση. Ωστόσο, η εν λόγω αποζημίωση, αν και δεν χαρακτηρίζεται ως μισθός, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων επιδόματα τα οποία είναι συντάξιμα. Άλλη μια παραδοξότητα.
Ο καθαρός μηνιαίος μισθός του βουλευτή ανέρχεται περίπου στις €6.000. Σημειώνεται ότι το επίδομα κατ’ αποκοπή, καταβάλλεται ξεχωριστά στους τραπεζικούς λογαριασμούς των βουλευτών από το Λογιστήριο της Βουλής και δεν περιλαμβάνεται στην κατάσταση μισθοδοσίας του Γενικού Λογιστηρίου. Ωστόσο, το τελικό καθαρό ποσό που λαμβάνουν οι βουλευτές είναι χαμηλότερο, καθώς παρακρατείται επιπλέον μηνιαία εισφορά προς το κόμμα, η οποία κυμαίνεται από €300 έως €500, ανάλογα με το κόμμα στο οποίο ανήκουν.
Η εισήγηση του μακαρίτη Ανδρέα Αγγελίδη
Ο πρώην κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΔΗΚΟ, Ανδρέας Αγγελίδης, έγκριτος νομικός, υπήρξε ο πρώτος που εντόπισε την παραδοξότητα που προκύπτει από την αυτοδιάλυση της Βουλής.
Με σημείωμά του προς τους προέδρους και τους εκπροσώπους των κοινοβουλευτικών κομμάτων στις 21/4/2011 — ημέρα κατά την οποία αυτοδιαλύθηκε η Βουλή— εισηγήθηκε όπως το Σώμα αναστείλει τις εργασίες του και όχι να αυτοδιαλυθεί. Υπέδειξε, μεταξύ άλλων, ότι με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιζόταν η θεσμική συνέχεια της Βουλής για κάθε ενδεχόμενο, ενώ παράλληλα θα διατηρείτο η ομαλή και καθαρή συμπλήρωση της πενταετούς θητείας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 65 του Συντάγματος. «Είναι αδιανόητο να μην υπάρχει Βουλή για 40 ημέρες, διότι, εάν διαλυθεί και παύσει να υφίσταται ως απερχόμενη, δεν θα μπορεί να συγκληθεί για να αντιμετωπίσει, εφόσον προκύψει, οποιαδήποτε εξαιρετική περίπτωση, όπως προβλέπει το άρθρο 68. Εξ ου και η πρώτη συνεδρίαση της νέας Βουλής καθορίζεται από την απερχόμενη, διότι διαφορετικά ουδείς θα μπορούσε να τη συγκαλέσει μετά τις εκλογές», τόνιζε στην επιστολή του ο Ανδρέας Αγγελίδης.







