Με αναφορές στους χειρισμούς των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ) στην υπόθεση αυτοχειρίας του 14χρονου Στυλιανού τον Σεπτέμβριο του 2019, ο ποινικός ανακριτής Ανδρέας Ανδρέου κατέθεσε τη Δευτέρα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ότι, κατά την εκτίμησή του, το παιδί θα έπρεπε να είχε τεθεί υπό τη φροντίδα των ΥΚΕ, έστω για κάποιο χρονικό διάστημα, προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία του.
Η σημερινή διαδικασία αφορούσε τη συνέχιση της αντεξέτασης του ενός εκ των δύο ποινικών ανακριτών της υπόθεσης, Ανδρέα Ανδρέου, από τον δικηγόρο της τρίτης κατηγορούμενης, λειτουργού των ΥΚΕ, Βίκτωρα Ακάμα.
Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης, ο κ. Ακάμας παρέπεμψε τον μάρτυρα σε κατάθεση που έλαβε στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης από την πρώην διευθύντρια των ΥΚΕ τον Αύγουστο του 2020, στην οποία αναφερόταν ότι λειτουργός των ΥΚΕ που λάμβανε γνώση περιστατικού βίας στην οικογένεια όφειλε να προβαίνει σε καταγγελία στην Αστυνομία και να ενημερώνει τον προϊστάμενό του.
Ερωτηθείς κατά πόσο εξασφαλίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο Στυλιανός έφερε σωματικές κακώσεις προερχόμενες από βία, ο κ. Ανδρέου απάντησε ότι «δεν υπάρχει ιατρική μαρτυρία που να έχει περισυλλεγεί κατά τη διάρκεια της έρευνας».
Σημείωσε, ωστόσο, ότι υπήρχαν αναφορές σύμφωνα με τις οποίες ο ανήλικος είχε εμφανιστεί στο σχολείο με σημάδια, λέγοντας ότι είχε χτυπηθεί με ζώνη, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ανέφερε ότι ο πατέρας του τον «έδερνε σαν τον σκύλο» και ότι τον «έδερνε στη μάντρα».
Στη συνέχεια, η αντεξέταση επικεντρώθηκε στο διατμηματικό εγχειρίδιο των ΥΚΕ για τον χειρισμό περιστατικών βίας στην οικογένεια, το οποίο ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι, από την εξέταση των καταχωρήσεων της τρίτης κατηγορούμενης, η οποία ήταν η υπεύθυνη «λειτουργός βάσης» και παρακολουθούσε συστηματικά τον Στυλιανό, δεν εντόπισε ρητή αναφορά ως προς το κατά πόσο το παιδί διέτρεχε άμεσο κίνδυνο.
«Δεν λέω ότι δεν έγιναν καθόλου ενέργειες», ανέφερε, προσθέτοντας ωστόσο ότι «δεν έγινε η δέουσα διερεύνηση και κάποιες άμεσες ενέργειες που έπρεπε να γίνουν».
Σύμφωνα με τον ίδιο, ορισμένα περιστατικά φέρεται να μην διαβιβάστηκαν στην Αστυνομία για διερεύνηση, ενώ οι προσπάθειες επικοινωνίας των λειτουργών των ΥΚΕ με τον πατέρα του παιδιού, ο οποίος φέρεται να συμπεριφερόταν κακοποιητικά, δεν απέδωσαν τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Ο κ. Ανδρέου υποστήριξε επίσης ότι η κατάσταση στην οικογένεια «παρέμενε προβληματική», παρά τις ενέργειες που έγιναν από διάφορους εμπλεκόμενους φορείς.
«Εκείνο που μας ώθησε εμένα και τον κ. Πογιατζή, ως ποινικούς ανακριτές της υπόθεσης, να εισηγηθούμε ενδεχόμενη διάπραξη των συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων είναι ότι από το νηπιαγωγείο μέχρι και τα μέσα της Β’ τάξης δημοτικού, ό,τι και να έγινε για την προστασία του Στυλιανού φαίνεται να μην ήταν αρκετό. Η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «δεν φαίνεται να έγινε κάτι ουσιαστικό που να βοήθησε τον Στυλιανό ή την οικογένεια από πλευράς ΥΚΕ».
Απαντώντας σε ερώτηση κατά πόσο οι λειτουργοί των ΥΚΕ και συγκεκριμένα η τρίτη κατηγορούμενη, ως υπεύθυνη «λειτουργός βάσης» στην περίπτωση του Στυλιανού, θα έπρεπε να είχε ενεργήσει διαφορετικά με βάση τα δεδομένα που υπήρχαν την περίοδο 2010-2012, ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά.
«Αν ο Στυλιανός είχε απομακρυνθεί από τους γονείς του, σήμερα πιθανότατα να ήταν εν ζωή. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις και με βάση τις πληροφορίες που είχαμε την περίοδο 2010-2012, ο Στυλιανός θα έπρεπε να είχε τεθεί υπό τη φροντίδα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, έστω και για κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να διασφαλιστεί η προστασία του», ανέφερε.
Σε άλλο σημείο της διαδικασίας, ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε πληροφορίες που είχαν καταγραφεί από την τρίτη κατηγορούμενη κατά την πρώτη επίσκεψή της στην οικογενειακή κατοικία, σύμφωνα με τις οποίες υπήρχε συναρμολογημένο κυνηγετικό όπλο πάνω σε κρεβάτι, ενώ σημειώθηκε ότι σε μία περίπτωση ο πατέρας του Στυλιανού μετέβη στο σχολείο του παιδιού έχοντας μαζί του κυνηγετικό όπλο.
Όπως είπε, τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με άλλες πληροφορίες που υπήρχαν στον φάκελο του παιδιού που διατηρούσαν οι ΥΚΕ, «θα έπρεπε να κάνουν τις Υπηρεσίες να ενεργήσουν άμεσα», καθώς υπήρχαν και αναφορές περί μη ορθής άσκησης του γονεϊκού ρόλου.
Στη συνέχεια, ο κ. Ακάμας παρέπεμψε τον μάρτυρα σε καταθέσεις πρώην διευθυντριών και προϊσταμένων των ΥΚΕ που εκτελούσαν καθήκοντα κατά τον επίδικο χρόνο, σύμφωνα με τις οποίες η απομάκρυνση ανηλίκου από την οικογένειά του αποτελούσε «έσχατο μέτρο» και οι λειτουργοί επιδίωκαν πρωτίστως τη διατήρηση της οικογενειακής ενότητας.
Ο κ. Ανδρέου συμφώνησε ότι αυτή ήταν η προσέγγιση που εφαρμοζόταν από τις ΥΚΕ κατά την επίδικη περίοδο, προσθέτοντας ωστόσο ότι αυτό «δεν σημαίνει ότι είναι η ορθή προσέγγιση».
Αναφορά έγινε επίσης σε πολυθεματική συνάντηση που πραγματοποιήθηκε για την περίπτωση του Στυλιανού στο σχολείο του τον Οκτώβριο του 2011 με τη συμμετοχή εκπαιδευτικών και άλλων ειδικών, στην οποία συζητήθηκε το ενδεχόμενο μετακίνησης του παιδιού από την οικογενειακή εστία.
Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η τρίτη κατηγορούμενη παρουσίασε τα προβλήματα που υπήρχαν και έθεσε ζητήματα που αφορούσαν ενδεχόμενη μετακίνηση του παιδιού από το σπίτι, ωστόσο η μετακίνηση δεν πραγματοποιήθηκε τελικά.
Η αντεξέταση του ποινικού ανακριτή θα συνεχιστεί αύριο στις 11:00.
Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση αφορά τον τραγικό θάνατο του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου τον Σεπτέμβριο του 2019 και εξετάζει κατά πόσο υπήρξαν ευθύνες τόσο εντός της οικογένειας όσο και από πλευράς κρατικών υπηρεσιών.
Η διαδικασία επικεντρώνεται κυρίως στο κατά πόσο υπήρξαν περιπτώσεις κακοποίησης ή παραμέλησης μέσα στην οικογένεια, εάν η μητέρα γνώριζε περιστατικά και δεν τα κατήγγειλε, καθώς και στο εάν οι αρμόδιοι λειτουργοί των ΥΚΕ αξιολόγησαν και χειρίστηκαν επαρκώς τις πληροφορίες που είχαν ενώπιόν τους.
Πηγή: ΚΥΠΕ







