Πριν από αρκετά χρόνια, χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο μου στον «Πολίτη». Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ένας ηλικιωμένος Ελληνοκύπριος. Ήθελε κάτι να μου πει. Η φωνή του είχε εκείνη τη διστακτικότητα των ανθρώπων που κουβαλούν κάτι βαρύ μέσα τους για χρόνια αλλά δεν ξέρουν αν ήρθε η ώρα να το πουν. Μου είπε ότι ήθελε να κάνει κάποιες αποκαλύψεις για Τουρκοκύπριους αγνοουμένους στο νότιο μέρος της Κύπρου. Του είπα ότι θα μιλούσα με κάποιους συντάκτες και ότι θα επικοινωνούσαμε ξανά μαζί του για να διευθετηθεί μία συνάντηση. Η απάντησή του ήταν άμεση, σχεδόν απόλυτη: «Θα μιλήσω μόνο με τη Σεβγκιούλ Ουλουντάγ».
Τόλμησα να τον ρωτήσω γιατί. Η απάντησή του έλεγε όλα όσα χρειάζεται να ξέρει κανείς για τη Σεβγκιούλ: «Διότι αυτή η κορού τα γράφει σωστά και για τους Ελληνοκύπριους και για τους Τουρκοκύπριους αγνοουμένους. Δεν ξεχωρίζει φυλές. Βλέπει μόνο τον πόνο των ανθρώπων». Δεν είχα επιλογή. Μίλησα με τη Σεβγκιούλ και διευθέτησα τη συνάντηση. Και εκείνη έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα από όλους: Να κερδίζει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Να ακούει χωρίς να κρίνει, να ρωτά χωρίς να πληγώνει, να ψάχνει χωρίς να φοβάται. Έτσι έβγαλε στο φως τις ιστορίες που μας συγκλόνισαν.

Δεν ήταν μόνο δημοσιογραφία
Η Σεβγκιούλ δεν έκανε δημοσιογραφία για να επιβεβαιώσει αφηγήματα. Δεν έγραφε για να υπηρετήσει «τη μία πλευρά» απέναντι στην «άλλη». Έγραφε για τους ανθρώπους. Για τις μάνες που περίμεναν ένα οστό για να θάψουν το παιδί τους. Για τους πατεράδες που έφυγαν χωρίς να μάθουν. Για τα παιδιά που μεγάλωσαν με μία φωτογραφία στο χέρι. Για τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους που έζησαν την ίδια τραγωδία, άλλοτε ως θύματα και άλλοτε ως θύτες, μέσα σε μια χώρα που παραστράτησε, πόνεσε και πλήγωσε τα ίδια της τα παιδιά.
Αυτό ήταν το μεγάλο της θάρρος: ότι δεν χάιδευε αφτιά. Δεν φοβήθηκε να πει πως η αλήθεια της Κύπρου δεν χωρά σε εύκολες, εθνικά βολικές εκδοχές. Δεν φοβήθηκε να γράψει για μαζικούς τάφους, για εγκλήματα, για σιωπές, για συνενοχές. Δεν φοβήθηκε να αναδείξει ότι ο πόνος δεν έχει εθνικότητα και ότι χωρίς αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε συμφιλίωση ούτε κοινό μέλλον.
Γι’ αυτό και την εμπιστεύονταν άνθρωποι που δεν θα μιλούσαν σε κανέναν άλλον. Γι’ αυτό και άνοιγαν μπροστά της στόματα που παρέμεναν κλειστά για δεκαετίες. Γι’ αυτό και η δουλειά της οδήγησε πολλές φορές σε επίσημες έρευνες, σε εκταφές, σε εντοπισμό ομαδικών τάφων, σε επιστροφή λειψάνων στις οικογένειες. Η δημοσιογραφία της δεν έμενε στο χαρτί. Γινόταν πράξη ανθρωπιάς.

Από το 2002 αφιερώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην έρευνα για τους αγνοουμένους και τους μαζικούς τάφους της Κύπρου. Εργάστηκε με επιμονή, με ευαισθησία και με προσωπικό κόστος. Δέχθηκε απειλές, δυσφήμιση, εκφοβισμό. Το 2006 απέφυγε επίθεση από ομάδα Ελληνοκυπρίων εθνικιστών στο οδόφραγμα της Λευκωσίας. Μετά το 1974 έγινε στο βόρειο μέρος της Κύπρου «κόκκινο πανί», όταν κατήγγειλε τον τουρκικό στρατό για βιασμούς Ελληνοκυπρίων γυναικών. Όμως ποτέ δεν σταμάτησε. Γιατί η Σεβγκιούλ πίστευε πως η σιωπή είναι δεύτερος θάνατος για τους αγνοουμένους. Και πως η αλήθεια, όσο κι αν πονά, είναι ο μόνος δρόμος για να μπορέσει μια κοινωνία να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη.
Γεννημένη στις 15 Οκτωβρίου 1958 στη Λευκωσία, ξεκίνησε τη δημοσιογραφική της πορεία το 1980. Εργάστηκε επί σειρά ετών στη «Yenidüzen» και υπήρξε για πολλά χρόνια αρθρογράφος του «Πολίτη», μέσα από τη στήλη της «Underground Notes». Για εμάς, η παρουσία της δεν ήταν απλώς πολύτιμη. Ήταν αναγκαία. Ήταν ένας δεσμός εμπιστοσύνης ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν μάθει να ζουν χωριστά, αλλά συνέχιζαν να μοιράζονται την ίδια μνήμη, την ίδια γη, την ίδια πληγή.
Πίστευα ότι με τη Σεβγκιούλ ο «Πολίτης» θα είχε ακόμη πολλά χρόνια συνεργασίας. Ότι μαζί με τη «Yenidüzen» θα συνεχίζαμε να στέλνουμε από κοινού το μήνυμα που εκείνη υπηρέτησε σε όλη της τη ζωή: πως οι Κύπριοι μπορούν να μιλήσουν μεταξύ τους, μπορούν να ακούσουν ο ένας τον πόνο του άλλου, μπορούν να αναζητήσουν την αλήθεια χωρίς να την κάνουν όπλο.
Το τελευταίο της μήνυμα
Στις 5 Μαΐου 2026, όταν έλαβα email της, πάγωσα. Απευθυνόταν σε μένα και στον αρχισυντάκτη της κυριακάτικης έκδοσης του «Πολίτη» Μιχάλη Σταύρου. Το μήνυμά της ήταν γενναίο, αλλά δεν εξέπεμπε αισιοδοξία. Δεν ήθελε να ενημερώσουμε κανέναν.
«Αγαπητέ Διονύση, αγαπητέ Μιχάλη,
Λόγω μιας ραγδαίας ιατρικής εξέλιξης, βρίσκομαι στο νοσοκομείο τις τελευταίες 10 ημέρες. Όλα αυτά θα είναι μια μακρά διαδικασία και έπρεπε να σταματήσω να γράφω στη 'Yenidüzen', τις καθημερινές διπλές σελίδες μου, και τώρα πρέπει να σταματήσω τα άρθρα μου στον 'Πολίτη'. Η αγαπητή μου φίλη Gina Chappa η οποία υπήρξε η εθελόντρια, προσωπική μεταφράστριά μου τα τελευταία 22 χρόνια, θα βάλει ένα μικρό σημείωμα κάτω από το τελευταίο άρθρο που θα στείλει, το οποίο θα δημοσιευθεί την Κυριακή 24 Μαΐου. Εάν και όταν θα έχω την ευκαιρία να συνεχίσω, θα επικοινωνήσω ξανά μαζί σας.
Το αίτημά μου από εσάς είναι μεγάλης σημασίας για μένα. Σας παρακαλώ μην μοιραστείτε αυτή την πληροφορία με κανέναν.
Είμαι πάρα πάρα πολύ αδύναμη, δεν μπορώ να μιλήσω στο τηλέφωνο, είναι πολύ δύσκολο για μένα να γράψω ακόμη και σύντομα μηνύματα.
Η Cyta μου δεν λειτουργεί στο νοσοκομείο, επομένως δεν μπορώ να επικοινωνήσω μαζί σου μέσω WhatsApp, αγαπητέ Διονύση. Οπότε, αν στείλεις μηνύματα εκεί, δεν μπορώ να τα δω... Το Messenger μου λειτουργεί κανονικά όμως.
Θέλω να σε ευχαριστήσω, αγαπητέ Διονύση, που πάντα έδινες πλήρη στήριξη στη δουλειά μου από την αρχή, χωρίς ποτέ να παρεμβαίνεις, και χωρίς αυτή τη στήριξη δεν θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει έναν τόσο τεράστιο όγκο ανθρωπιστικής, εθελοντικής εργασίας για τους αγνοουμένους των κοινοτήτων μας, για τη συμφιλίωση, την αμοιβαία κατανόηση και την ειρήνη στην Κύπρο. Σε ευχαριστώ από την καρδιά μου...
Αγαπητέ Μιχάλη, σε ευχαριστώ για τη στήριξη και τη βοήθειά σου για τα άρθρα μου. Πραγματικά το εκτιμώ αυτό βαθιά.
Με όλο μου τον σεβασμό και τους χαιρετισμούς μου,
Σεβγκιούλ Ουλουντάγ»
Ακόμα και μέσα σε εκείνη τη δοκιμασία, αντί να μιλήσει για τον εαυτό της, μίλησε ξανά για την αποστολή της, για τους αγνοουμένους, για τη συμφιλίωση, για την ειρήνη στην Κύπρο. Μας ευχαρίστησε για τη στήριξη αλλά στην πραγματικότητα εμείς πρέπει να την ευχαριστούμε και θα την ευχαριστούμε για πάντα γιατί κοσμούσε τις σελίδες της εφημερίδας μας με τα κείμενά της. Αυτό ήταν η Σεβγκιούλ. Ακόμη και όταν η ίδια βρισκόταν αντιμέτωπη με το πιο δύσκολο προσωπικό της νέο, το μυαλό της ήταν στραμμένο στους άλλους. Στις οικογένειες. Στους αγνοουμένους. Στην Κύπρο.

Η πραγματική τιμή
Η διεθνής αναγνώριση που έλαβε ήταν μεγάλη. Το 2008 έγινε η πρώτη Κύπρια δημοσιογράφος που τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο «Courage in Journalism». Το 2014 έλαβε το Ευρωπαϊκό Βραβείο του Πολίτη. Το 2019 προτάθηκε για το Νόμπελ Ειρήνης. Την ίδια χρονιά τιμήθηκε μαζί με τον Ανδρέα Παράσχο για την πρωτοποριακή τους έρευνα για τους αγνοουμένους.
Όμως η πραγματική της τιμή δεν βρίσκεται μόνο στα βραβεία. Βρίσκεται στα σπίτια όπου επέστρεψαν λείψανα. Στους ανθρώπους που μπόρεσαν, ύστερα από δεκαετίες, να ανάψουν ένα κερί πάνω από έναν τάφο. Στις μαρτυρίες που δεν χάθηκαν. Στις σιωπές που έσπασαν. Στην εμπιστοσύνη ενός ηλικιωμένου Ελληνοκύπριου που ήθελε να μιλήσει μόνο σε εκείνη, γιατί ήξερε πως η Σεβγκιούλ δεν θα πρόδιδε ούτε την αλήθεια ούτε τον άνθρωπο.
Η Σεβγκιούλ Ουλουντάγ υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από σπουδαία δημοσιογράφος. Υπήρξε η συνείδησή μας. Υπήρξε γέφυρα επικοινωνίας Ε/Κ και Τ/Κ. Υπήρξε μία από τις σπάνιες φωνές που μας θύμιζαν ότι η Κύπρος δεν μπορεί να θεραπευτεί με λήθη, ούτε με μισές αλήθειες, ούτε με εθνικές βεβαιότητες. Μπορεί να θεραπευτεί μόνο όταν βρει το κουράγιο να θρηνήσει όλους τους νεκρούς της.
Αποχαιρετούμε σήμερα μια γυναίκα που τίμησε τη δημοσιογραφία, την αλήθεια και την ανθρωπιά. Μια γυναίκα που δεν ξεχώριζε γλώσσες, θρησκείες και φυλές, αλλά έβλεπε μόνο τον πόνο των ανθρώπων.
Γι’ αυτό, η Σεβγκιούλ θα μείνει για πάντα δική μας. Η Σεβγκιούλ όλων των Κυπρίων.







