«Άσχημη για την κατηγορούσα αρχή» χαρακτήρισε την απαλλακτική απόφαση στην υπόθεση του βίντεο του Al Jazeera και την αθώωση των Δημήτρη Συλλούρη και Χριστάκη Τζιοβάνη ο νομικός Αχιλλέας Αιμιλιανίδης, επισημαίνοντας ότι το σκεπτικό της πλειοψηφίας δεν περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι «δεν αποδείχθηκαν τα αδικήματα», αλλά περιλάμβανε συγκεκριμένες αναφορές σε παραλείψεις και αδυναμίες της διωκτικής διαδικασίας. Μιλούσε στο ραδιόφωνο του Πολίτη 107.6 & 97.6 και στην εκπομπή «Πρωινή Επιθεώρηση».
«Η απόφαση της πλειοψηφίας αναφέρεται ιδιαίτερα σε μάρτυρες οι οποίοι δεν κλήθηκαν, στην αδυναμία της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και σε λάθη και παραλείψεις κατά τη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι δεν πρόκειται «απλώς για μια απόφαση που έκρινε ότι δεν αποδείχθηκαν τα αδικήματα για συγκεκριμένους λόγους», αλλά για κρίση που αγγίζει συνολικά τον τρόπο διερεύνησης και δίωξης της υπόθεσης.
Όπως σημείωσε, όταν πρόκειται για «μια υπόθεση τόσο πολύκροτη και τόσο τεράστιου δημόσιου ενδιαφέροντος», η κατάληξη σε απαλλακτική απόφαση με τέτοια αιτιολογία συνιστά αρνητική εξέλιξη για την κατηγορούσα αρχή, ιδίως από τη στιγμή που είχε προηγηθεί η άσκηση ποινικής δίωξης.
Οι μάρτυρες που δεν κλήθηκαν και η «υποχρέωση λογοδοσίας»
Ερωτηθείς για την απουσία ουσιωδών μαρτύρων, ανέφερε ότι υπάρχουν «πάρα πολλοί λόγοι» για τους οποίους μια κατηγορούσα αρχή μπορεί να επιλέξει να μην καλέσει κάποιον αναφέροντας οτι «Μπορεί να αναμένεις ότι η μαρτυρία του θα είναι εναντίον της υπόθεσης που προσπαθείς να αποδείξεις. Μπορεί να θεωρείς ότι η ποιότητα της μαρτυρίας είναι αδύναμη και θα σου γυρίσει μπούμερανγκ. Μπορεί να υπάρχει άρνηση του μάρτυρα να καταθέσει».
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι «γιατί δεν πήραν τους συγκεκριμένους μάρτυρες, αυτό δεν μπορεί να το απαντήσει κάποιος τρίτος. Είναι η νομική υπηρεσία που πρέπει να το εξηγήσει», κάνοντας λόγο για «υποχρέωση λογοδοσίας» μετά την απόφαση.
Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο που τελικά δεν κλήθηκε, σημείωσε ότι η εκτίμηση της κατηγορούσας αρχής ήταν πως «δεν θα ήταν μάρτυρας που θα κατηγορούσε εναντίον των δύο κατηγορουμένων», εξ ου και δεν προχώρησαν στην κλήτευσή του.
Έφεση και ανατροπές
Σε σχέση με το ενδεχόμενο έφεσης, αναγνώρισε ότι «δεν είναι απλό να γίνει έφεση κατά απαλλακτικής απόφασης», υπενθύμισε όμως ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου πρωτόδικες απαλλακτικές αποφάσεις ανατράπηκαν σε δεύτερο βαθμό. Η νομική υπηρεσία, όπως είπε, οφείλει να μελετήσει τόσο την απόφαση της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας «για να κρίνει κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι έφεση».
«Το βίντεο δημιουργούσε υποψίες, δεν αποδείκνυε αδίκημα»
Αναφορικά με τη «διαδρομή του χρήματος» και τα ψηφιακά τεκμήρια, ανέφερε ότι σε υποθέσεις διαφθοράς «δεν εξετάζεις χωρίς να εξετάσεις διαδρομές του χρήματος», ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση «δεν προσκομίστηκε μαρτυρία περί εντοπισμού χρήματος που να μπορούσε να τεκμηριώσει τα αδικήματα». Για την ποιότητα της διερεύνησης διευκρίνισε ότι δεν μπορεί να την αξιολογήσει χωρίς πλήρη γνώση του φακέλου.
Σε ό,τι αφορά το ίδιο το βίντεο, επεσήμανε ότι θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό είτε με κατάθεση των δημιουργών του είτε με εμπειρογνωμοσύνη που να πιστοποιεί την αυθεντικότητά του. «Το βίντεο από μόνο του δεν αποδείκνυε ποινικά αδικήματα. Δημιουργούσε υποψίες και έδινε στοιχεία για να γίνει διερεύνηση», ανέφερε, προσθέτοντας ότι επρόκειτο για αποσπάσματα από ευρύτερη καταγραφή και όχι για ενιαίο, συνεχές υλικό.
«Σε ένα φυσιολογικό κράτος...»
Αναφερόμενος στη μαρτυρία που προσκομίστηκε, σημείωσε ότι περιλάμβανε πιστοποιητικό που είχε δοθεί από τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας προς τον τότε Πρόεδρο της Βουλής, ώστε να ασκεί ρόλο σε σχέση με το επενδυτικό πρόγραμμα. Όπως είπε, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι παρεμβάσεις δεν γίνονταν υπό την ιδιότητα του Προέδρου της Βουλής, αλλά «υπό την ιδιότητα του προσώπου που προωθούσε το πρόγραμμα επενδύσεων», με τα τηλεφωνήματα να αφορούν την πορεία αιτήσεων.
Η μειοψηφία του δικαστηρίου, όπως ανέφερε, σχολίασε ότι όταν πρόκειται για παρεμβάσεις υπέρ «συγκεκριμένων πελατών συγκεκριμένου προσώπου», αυτό δεν εντάσσεται εύκολα σε μια γενική πολιτική προώθησης.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι το δικαστήριο εξέτασε αποκλειστικά αν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα και όχι αν η συμπεριφορά ήταν ηθικά ορθή. Η πλειοψηφία έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πως υπήρξε πίεση προς τη διοίκηση για ενέργεια αντίθετη με τον νόμο, αλλά ότι οι επικοινωνίες αφορούσαν την ταχύτητα εξέτασης αιτήσεων.
«Σε ένα φυσιολογικό κράτος προφανώς δεν θα χρειαζόταν ούτε ο Πρόεδρος της Βουλής ούτε οποιοσδήποτε τρίτος να παίρνει τηλέφωνο εκ μέρους κάποιου για να ρωτά πώς πάνε οι αιτήσεις», σημείωσε, επαναλαμβάνοντας όμως ότι άλλο είναι η πολιτική ή ηθική αξιολόγηση και άλλο η απόδειξη ποινικής ευθύνης.
Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς
Αναφερόμενος στην έρευνα της Αρχής κατά της Διαφθοράς που αφορά τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ξεκαθάρισε ότι δεν γνωρίζει «πότε θα βγάλει πόρισμα η Αρχή». Τόνισε, ωστόσο, πως η εκδίκαση της υπόθεσης Συλλούρη-Τζοβάνη «δεν τερμάτισε τη διαδικασία της έρευνας» και ότι το σχετικό πόρισμα «το περιμένουμε όλοι».
Ακούστε την παρέμβαση τού Αχιλλέα Αιμιλιανίδη στην «Πρωινή Επιθεώρηση» που μεταδίδεται καθημερινά από τον Πολίτη 107.6 & 97.6:
Για το ίδιο θέμα μίλησαν στο ραδιόφωνο του Πολίτη ο δικηγόρος Ανδρέας Χρίστου και ο δημοσιογράφος του Πολίτη Νέαρχος Κυπριανού.





