Για πόλεμο πέντε φάσεων με δύο στρατηγικούς σκοπούς, μίλησε στον «Π» ο λέκτορας του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου Ζήνωνας Τζιάρρας, τονίζοντας ότι ο στόχος της εξουδετέρωσης του βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν από μόνος του δεν δικαιολογεί τη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά της Τεχεράνης. Αναφέρθηκε στην οπτική του Ισραηλινού Πρωθυπουργού για το «Μεγάλο Ισραήλ» αλλά και στην προσπάθεια των ΗΠΑ να στερήσουν από την Κίνα έναν σύμμαχο, ενώ έδωσε και μερικές διαστάσεις του πολέμου που ενδεχομένως να επηρεάσουν την Κύπρο.
Δύο στόχοι
Στους στόχους των ΗΠΑ και του Ισραήλ αναφέρθηκε ο κ. Τζιάρρας, λέγοντας ότι αυτοί διαβαθμίζονται ως εξής:
- Ο φιλόδοξος στόχος: Η ανατροπή του καθεστώτος.
- Δεύτερος στόχος: Η αποδυνάμωση του Ιράν (επιδίωξη με περιφερειακές και παγκόσμιες προεκτάσεις).
Ως προς τον πρώτο στόχο, ο κ. Τζιάρρας υποστήριξε ότι ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός, Βενιαμίν Νετανιάχου, το έθεσε ξεκάθαρα: «Σε αυτόν τον στόχο», συμπλήρωσε, «αναφέρθηκε και ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, αλλά αργότερα ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, δήλωσε ότι η χώρα του δεν επιδιώκει την αλλαγή του καθεστώτος».
Ακολούθως, είπε ότι ο δεύτερος στόχος αφορά την καταστροφή των στρατηγικών δυνατοτήτων του Ιράν και την εξουδετέρωση του πόλου ισχύος της Τεχεράνης στην ευρύτερη περιοχή. «Δηλαδή», συνέχισε, «να μην μπορεί το Ιράν να αποτελέσει απειλή και ούτε να έχει τη δυνατότητα υποστήριξης και τροφοδότησης των πληρεξούσιων του καθεστώτος στην περιοχή (π.χ. Χεζμπολάχ, Χούθι, Ιρακινοί σιίτες κ.λπ.)».
Κληθείς να απαντήσει εάν οι πάνω στόχοι υιοθετούνται πλήρως από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, απάντησε ότι αυτό ισχύει σε κάποιον βαθμό. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες», ανέφερε, «δεν θέλουν να βαλτώσουν σε αυτόν τον πόλεμο και ούτε έχουν την εσωτερική νομιμοποίηση για μακροπρόθεσμη εμπλοκή. Άρα, ενδέχεται στην πορεία των πραγμάτων να προκύψει μια απόκλιση ως προς την εμμονή και την επιμονή του Νετανιάχου να αντικαταστήσει το καθεστώς». Μάλιστα επεσήμανε το γεγονός ότι οι ΗΠΑ από την αρχή άφησαν ανοικτή την πόρτα της διπλωματικής επίλυσης του προβλήματος, λέγοντας ότι, σύμφωνα με τον Τραμπ, η νέα εξουσία που ανέλαβε μετά τον θάνατο του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, δήλωσε πως είναι ανοικτή σε διαπραγματεύσεις, σε αντίθεση με την προηγούμενη εξουσία που διεμήνυε ότι δεν επιθυμεί συνομιλίες με τους Αμερικανούς, μολονότι αυτό διαψεύστηκε από την Τεχεράνη.
Εξέφρασε δε την εκτίμηση πως οι Αμερικανοί ενδέχεται να υπολογίζουν ότι μέσα από όλη αυτή τη στρατιωτική επιχείρηση θα αναγκαστεί η νέα εξουσία να συρθεί σε διαπραγματεύσεις και τελικά σε συνθηκολόγηση στα θέματα που ενδιαφέρουν τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. «Δηλαδή», πρόσθεσε, «το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης». Σημείωσε δε ότι το βαλλιστικό πρόγραμμα αποτελεί περισσότερο μια εμμονή του Ισραήλ που σχετίζεται με τη δική του ασφάλεια. Μάλιστα υπενθύμισε ότι δεν είχε συμπεριληφθεί το βαλλιστικό πρόγραμμα στην προηγούμενη συμφωνία που έγινε με το Ιράν, επί Μπαράκ Ομπάμα.
Μεγάλη εικόνα
Ο κ. Τζιάρρας αναφέρθηκε και στη μεγάλη εικόνα, λέγοντας ότι το Ιράν αποτελεί πυλώνα στη στρατηγική και στην προβολή ισχύος της Κίνας και της Ρωσίας. Σημείωσε εντούτοις ότι όλα αυτά τα ζητήματα δεν είναι νέα δεδομένα αλλά ίσχυαν και πριν αναλάβει ο Ντόναλντ Τραμπ την Προεδρία των ΗΠΑ. «Όμως», υποστήριξε, «αυτή την περίοδο έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες», λέγοντας ότι μετά τα γεγονότα στη Βενεζουέλα, τον απόηχο του ρωσο-ουκρανικού πολέμου και του Μεσανατολικού Ζητήματος, το Ιράν αποτελεί ακόμη ένα κομμάτι του ντόμινο της στρατηγικής αποστέρησης συμμάχων από τη Ρωσία και κυρίως πλέον την Κίνα.
Υπενθύμισε δε ότι, το 2021, η Κίνα και το Ιράν είχαν υπογράψει συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας αξίας 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων και για 25 έτη, η οποία δεν αφορούσε μόνο τον εμπορικό δρόμο του μεταξιού αλλά και τομείς όπως η ενέργεια, η ασφάλεια και το εμπόριο. «Συνεπώς», όπως είπε, «δεν θα πρέπει να προσεγγίσουμε την περίπτωση του Ιράν μόνο στα πλαίσια της περιφέρειας αλλά και μέσα από τους παγκόσμιους ανταγωνισμούς ισχύος».
5 στάδια
Ο κ. Τζιάρρας εξέφρασε την εκτίμηση ότι η στρατηγική του Ισραήλ εξελίσσεται σε ορισμένες φάσεις. Το πρώτο στάδιο, όπως είπε, ήταν η εξουδετέρωση της ηγεσίας. Η δεύτερη φάση, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, αφορά την εξουδετέρωση των αντιαεροπορικών και βαλλιστικών δυνατοτήτων του Ιράν. Η τρίτη φάση, συμπλήρωσε, αφορά τα πλήγματα στους θεσμούς της εσωτερικής ιρανικής ασφάλειας, ώστε το καθεστώς να απολέσει τις δυνατότητες επιβολής της δικής του βούλησης στους διαδηλωτές και τους αντιφρονούντες αλλά και στις όποιες ομάδες αντιπολίτευσης ή ένοπλες ομάδες μπορεί να σχηματιστούν μέσα στο περιβάλλον της εσωτερικής αστάθειας στο Ιράν. «Η τέταρτη φάση, που ενδέχεται να ακολουθήσει», υπογράμμισε, «αφορά την κινητοποίηση και την υποστήριξη είτε ομάδων πολιτικής αντιπολίτευσης είτε ομάδων ένοπλης αντιπολίτευσης που ενδεχομένως να προκύψουν μέσα στο κενό ασφαλείας που πιθανόν να δημιουργηθεί τις επόμενες εβδομάδες, με στόχο την κατάληψη της εξουσίας».
Νετανιάχου
Αναφερόμενος στην πολιτική Νετανιάχου στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, σημείωσε ότι υπάρχουν προβληματικά στοιχεία. «Για παράδειγμα», τόνισε, «η απόφαση του Ισραηλινού Πρωθυπουργού να εισέλθει σε έδαφος της νότιας Συρίας και να καταλάβει μια εδαφική ζώνη που κατοικείται από Δρούζους λειτούργησε αντιπαραγωγικά ως προς τις σχέσεις που θα μπορούσε να αναπτύξει το Ισραήλ με το νέο καθεστώς στη Συρία». Υποστήριξε επίσης ότι στην περίπτωση του Ιράν ο κ. Νετανιάχου θα μπορούσε να ακολουθήσει τη διπλωματική οδό, ασκώντας διαφόρων ειδών πιέσεις προς την Τεχεράνη ώστε να φτάσουν σε μια συμφωνία, όπως είχε συμβεί το 2015, με δικλίδες ασφαλείας και επιτήρηση από τον ΟΗΕ για εφαρμογή της συμφωνίας από πλευράς Ιράν.
Ωστόσο, ανέφερε, το Ισραήλ υπό τον Νετανιάχου επέλεξε μια πιο αποφασιστική, στρατιωτική προσέγγιση εξουδετέρωσης της ιρανικής ισχύος, επιφέροντας πλήγματα σε στρατηγικές και πολιτικά-οικονομικά κρίσιμες υποδομές, εμμένοντας όχι μόνο στην αποδυνάμωση της Τεχεράνης για να συνθηκολογήσει αλλά και στην αλλαγή καθεστώτος, ώστε να αναλάβει μια νέα ηγεσία που δεν θα είναι σκληροπυρηνική και θα επιθυμεί την καταστροφή του Ισραήλ αλλά θα έχει έναν φιλοδυτικό προσανατολισμό.
Ερωτηθείς εάν είναι ορθολογικός ο στόχος του Νετανιάχου από την άποψη των ισραηλινών συμφερόντων, ο κ. Τζιάρρας ανέφερε ότι είναι λογικός στόχος στα πλαίσια του ισραηλινού ορθολογισμού. Διευκρίνισε ότι ο ορθολογισμός σε αυτή την περίπτωση έχει υποκειμενικό χαρακτήρα, τονίζοντας ότι ο καθένας υπολογίζει διαφορετικά το κόστος και την ωφέλεια. «Ο κ. Νετανιάχου και οι άνθρωποι γύρω του», πρόσθεσε, «αντιλαμβάνονται την ασφάλεια της χώρας τους μέσα από την καταστροφή της ιρανικής ισχύος, την αλλαγή του καθεστώτος και την οπτική του "Μεγάλου Ισραήλ"». Εξήγησε δε ότι θεωρούν πως το Ισραήλ πρέπει να εξουδετερώσει τους αντιπάλους του, να ενισχυθεί και να μεγαλώσει για να είναι ασφαλής χώρα, λέγοντας ότι αυτό εκφράζεται και μέσα από τα γεγονότα στη Γάζα, στη Δυτική Όχθη, στον Λίβανο και τη Συρία.
Κύπρος
Κληθείς να απαντήσει πώς επηρεάζεται η Κύπρος από τα γεγονότα, ο κ. Τζιάρρας ανέφερε ότι φλέγεται η περιοχή και αυτό δημιουργεί ζήτημα ασφάλειας. Η πρόσφατη επίθεση στις βρετανικές βάσεις στο Ακρωτήρι αποτελεί ένδειξη του πώς η περιφερειακή αστάθεια μπορεί να υπερχειλίσει στην Ανατολική Μεσόγειο και πιο συγκεκριμένα στην Κύπρο.
Σημείωσε επίσης ότι η επόμενη ημέρα θα φέρει ανακατατάξεις ισχύος, οι οποίες δεν θα οδηγήσουν κατ’ ανάγκη στη σταθερότητα αλλά θα πυροδοτήσουν νέους κύκλους ανταγωνισμών. Πρόσθεσε δε ότι είναι πιθανός ένας πιο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ -εάν οι αμερικανικές προσπάθειες ομαλοποίησης της σχέσης των δύο χωρών αποτύχουν- με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την Κύπρο.
Τόνισε επίσης ότι υπάρχει πιθανότητα αναζωπύρωσης του κουρδικού ζητήματος, λέγοντας ότι η αποσταθεροποίηση του Ιράν και η κατάρρευση του καθεστώτος θα δημιουργήσουν κενά ασφαλείας, τα οποία ενδεχομένως να τύχουν εκμετάλλευσης από ομάδες όπως οι Κούρδοι, οι Μπαλούχοι και οι Αζέροι. Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως είπε, ολόκληρη η περιοχή θα εισέλθει σε μια φάση αστάθειας. Συνεπώς, ανέφερε, η Κύπρος δύσκολα θα μείνει ανεπηρέαστη από πιθανές προσφυγικές ροές, επιπλοκές στους τομείς της οικονομίας, της ενέργειας και της ασφάλειας, καθώς και από ανταγωνισμούς που θα περιλαμβάνουν εταίρους της Κύπρου.





