Μπορεί η παρακολούθηση τρίτων να είναι παράνομη, καθώς συνδέεται με παγιδεύσεις χώρων και πιθανή χρήση υλικού για πίεση ή εκβιασμό, ωστόσο, στο εμπόριοι κυκλοφορούν ελεύθερα συσκευές παρακολούθησης και υποκλοπών σε χαμηλό κόστος. Αρκεί να κάνει κάποιος μια αναζήτηση στο διαδίκτυο και θα του εμφανιστούν δεκάδες προϊόντα με τον χαρακτηρισμό «κοριός παρακολούθησης», που μοιάζουν με usb stick. Και δεν είναι μόνο τα στικάκια, καθώς υπάρχει «κοριός» για το αυτοκίνητο, που μοιάζει με τον… αναπτήρα του αυτοκινήτου, αλλά είναι «κοριός». Άλλη συσκευή μοιάζει με ένα απλό «ποντίκι» υπολογιστή, ενώ ακόμα και ένα φαινομενικά αθώο γλαστράκι, μπορεί να γίνει κατάσκοπος στο σπίτι μας. «Κοριοί» μπαίνουν επίσης σε φωτιστικά μέχρι και σε ανιχνευτές καπνού, κορνίζες ή ακόμη και πρίζες.
Την ίδια ώρα, οι επαγγελματικοί έλεγχοι εντοπισμού των εν λόγω συσκευών αποτελούν την κύρια γραμμή άμυνας για όσους θέλουν να διασφαλίσουν ότι ο χώρος τους δεν παρακολουθείται. Ειδικοί που παρέχουν εξειδικευμένες υπηρεσίες ασφάλειας, μιλούν στον «Π» σχετικά με τις μεθόδους παρακολούθησης, τα πιο ευάλωτα σημεία, το πώς πραγματοποιείται ένας έλεγχος στην πράξη, αλλά και τι μπορεί να κινήσει υποψίες σε έναν πολίτη ότι ενδεχομένως παρακολουθείται.
5 κατηγορίες κοριών
Οι πιο συνηθισμένες μορφές «κοριών», όπως μας λέχθηκε, ανήκουν σε πέντε βασικές κατηγορίες: Συσκευές καταγραφής, συσκευές ακρόασης (μικρόφωνα), κρυφές κάμερες, συστήματα εντοπισμού οχημάτων (GPS trackers) και παρεμβάσεις σε γραμμές επικοινωνίας (wiretaps). Πρόκειται για μικρές ηλεκτρονικές συσκευές που μπορούν εύκολα να κρυφτούν ή να ενσωματωθούν σε καθημερινά αντικείμενα. Σε τεχνικό επίπεδο, κάποια στοιχεία που μπορεί να «προδώσουν» μια τέτοια συσκευή είναι η ύπαρξη υποδοχής κάρτας SIM ή SD, μικρής κεραίας για σύνδεση GSM, ενσωματωμένων μικροφώνων ή κυκλωμάτων Wi-Fi. Αυτά τα εξαρτήματα επιτρέπουν είτε την αποθήκευση, είτε τη μετάδοση δεδομένων χωρίς να γίνεται αντιληπτή η λειτουργία τους.
Τα σημεία που επιλέγονται για εγκατάσταση «κοριού» δεν είναι τυχαία. Συνήθως πρόκειται για χώρους που προσφέρουν καλή κάλυψη αλλά και συνεχή παροχή ρεύματος, ώστε οι συσκευές να λειτουργούν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς ανάγκη συντήρησης. Σε επαγγελματικά περιβάλλοντα, συχνά στοχοποιούνται πρίζες, πολύπριζα, φορτιστές και γενικότερα ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Αντίστοιχα, φωτιστικά -είτε οροφής είτε γραφείου- θεωρούνται ιδανικά σημεία λόγω θέσης και συνεχούς σύνδεσης με το ρεύμα. Συχνά χρησιμοποιούνται επίσης συστήματα κλιματισμού, αεραγωγοί και γενικά σημεία που «κρύβουν» εύκολα μια συσκευή. Επιπλέον, εξοπλισμός όπως τηλέφωνα, routers και άλλες ηλεκτρονικές συσκευές θεωρούνται ιδιαίτερα «βολικά» σημεία, καθώς ήδη περιλαμβάνουν κυκλώματα και δεν προκαλούν υποψίες.
Στα οχήματα, οι πιο συνηθισμένες τοποθετήσεις είναι στο σασί όπου οι συσκευές GPS μπορούν να στερεωθούν εύκολα με μαγνήτη. Αντίθετα, περιοχές όπως ο κινητήρας ή η εξάτμιση αποφεύγονται λόγω υψηλών θερμοκρασιών.
Δεν θα το καταλάβουμε
Στο ερώτημα εάν υπάρχουν συγκεκριμένα σημάδια που μπορούν να κινήσουν υποψίες ότι κάποιος παρακολοθείται, η απάντηση είναι «όχι». Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο «σύμπτωμα» που να σημαίνει απαραίτητα παρακολούθηση. Πολλά από τα σημάδια που συχνά αναφέρονται -όπως παρεμβολές σε συσκευές ή περίεργοι θόρυβοι- μπορεί να έχουν απολύτως φυσιολογικές τεχνικές εξηγήσεις. Στην πράξη, οι περισσότερες περιπτώσεις όπου υπάρχει υποψία δεν καταλήγουν σε εντοπισμό κάποιας συσκευής. Για τον λόγο αυτό, οι ενδείξεις πρέπει να αξιολογούνται συνολικά και με προσοχή.
Έλεγχος υποκλοπών
Ένας επαγγελματικός έλεγχος, γνωστός ως TSCM (Technical Surveillance Counter-Measures), δεν είναι μια απλή «σάρωση», αλλά μια οργανωμένη διαδικασία με συγκεκριμένα στάδια, όπως λένε στον «Π» ειδικοί. Όπως εξηγούν, αρχικά γίνεται αξιολόγηση του χώρου - είτε πρόκειται για γραφείο, αίθουσα συσκέψεων ή άλλο περιβάλλον. Στη συνέχεια ακολουθεί λεπτομερής φυσικός έλεγχος, που είναι από τα πιο κρίσιμα στάδια, καθώς πολλές συσκευές εντοπίζονται μέσα από προσεκτική επιθεώρηση. Ελέγχονται πρίζες, καλώδια, φωτιστικά, κλιματιστικά, έπιπλα και εξοπλισμός, ενώ ύποπτα σημεία ανοίγονται για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν μη αναμενόμενα εξαρτήματα ή παρεμβάσεις. Έπειτα γίνεται έλεγχος ραδιοσυχνοτήτων, με ειδικούς ανιχνευτές που «σαρώνουν» το περιβάλλον για σήματα από GSM, Wi-Fi ή Bluetooth συσκευές. Ο ειδικός διαχωρίζει τα φυσιολογικά σήματα από όσα φαίνονται ύποπτα.
Για πιο εξειδικευμένη ανάλυση χρησιμοποιείται αναλυτής φάσματος (spectrum analyser), που επιτρέπει τον εντοπισμό ακόμη και συσκευών που εκπέμπουν περιοδικά ή σε μη συνηθισμένες συχνότητες.
Για συσκευές που δεν εκπέμπουν καθόλου, χρησιμοποιείται ο ανιχνευτής μη γραμμικών ενώσεων (Non-Linear Junction Detector), ο οποίος εντοπίζει ηλεκτρονικά κυκλώματα ακόμη και όταν είναι απενεργοποιημένα. Παράλληλα, εφαρμόζονται τεχνικές εντοπισμού κρυφών καμερών, όπως ανιχνευτές φακών, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί και θερμική απεικόνιση για τον εντοπισμό ενεργών συσκευών.
Σε περιπτώσεις οχημάτων, γίνεται ξεχωριστός έλεγχος στο σασί, στην ανάρτηση και στο εσωτερικό, για εντοπισμό συσκευών εντοπισμού. Αν εντοπιστεί συσκευή, ακολουθούνται συγκεκριμένες διαδικασίες ώστε να διατηρηθούν τα στοιχεία.
Τι ισχύει στην Κύπρο
Αναφορικά με τις παρακολουθήσεις και τη χρήση συσκευών υποκλοπής, στην Κύπρο ισχύουν τα εξής:
*Το απόρρητο της επικοινωνίας κατοχυρώνεται συνταγματικά, με το Άρθρο 17 να προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής του επικοινωνίας και ότι οποιαδήποτε επέμβαση επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και κατόπιν δικαστικού διατάγματος.
*Ο περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας Νόμος του 1996 (Ν. 92(Ι)/1996), καθορίζει το πλαίσιο. Σύμφωνα με το άρθρο 3, η εσκεμμένη υποκλοπή, παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, καθώς και η χρήση σχετικών συσκευών, συνιστούν ποινικά αδικήματα, με ποινές που φτάνουν μέχρι 10 χρόνια φυλάκιση ή/και χρηματικό πρόστιμο έως 100.000 ευρώ. Παράλληλα, το άρθρο 4 απαγορεύει την εισαγωγή, κατασκευή, διαφήμιση ή διάθεση συσκευών που προορίζονται για υποκλοπή.
*Εξαιρέσεις προβλέπονται μόνο με δικαστικό ένταλμα, μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, και αφορούν σοβαρά ποινικά αδικήματα ή ζητήματα ασφάλειας της Δημοκρατίας. Βάσει του άρθρου 16, οποιοδήποτε υλικό έχει ληφθεί κατά παράβαση του νόμου, δεν γίνεται δεκτό ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου.







