Με τις καταθέσεις τριών αστυφυλάκων, μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, συνεχίστηκε η δίκη για την αυτοχειρία του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου, τον Σεπτέμβριο του 2019, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Κατά τη σημερινή δικάσιμο, ο δικηγόρος της Κατηγορούμενης 3 (Κ3), λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ), Βίκτωρας Ακάμας, υπέβαλε αίτημα για παροχή περαιτέρω λεπτομερειών στο κατηγορητήριο από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής. Υποστήριξε ότι, παρά το γεγονός ότι η Κ3 αντιμετωπίζει 18 κατηγορίες, δεν γίνεται σαφής αναφορά στη νομοθεσία που θεμελιώνει το καθήκον της, του οποίου η φερόμενη παράλειψη συνιστά αδίκημα βάσει του άρθρου 134 του Ποινικού Κώδικα. Όπως αναφέρθηκε, η έλλειψη αυτή επηρεάζει δυσμενώς το δικαίωμα της Κ3 σε δίκαιη δίκη και την προετοιμασία της υπεράσπισής της.
Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, Έλενα Κωνσταντίνου, αντέτεινε ότι το κατηγορητήριο είναι επαρκώς διατυπωμένο και ότι τα σχετικά νομοθετήματα, τα οποία φέρεται να παραβίασε η Κ3 προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχει υποχρέωση αναγραφής όλων των ουσιωδών στοιχείων της νομοθεσίας.
Ακολούθως, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, Παύλος Αγαπητός απέρριψε το αίτημα του δικηγόρου της Κ3, κρίνοντας ότι οι κατηγορίες, όπως διατυπώνονται στο κατηγορητήριο, καθορίζουν επαρκώς το αδίκημα που αντιμετωπίζει η Κ3 και το σχετικό άρθρο του Ποινικού Κώδικα. Σημείωσε ότι, το ζήτημα ύπαρξης συγκεκριμένου νομοθετικού καθήκοντος αποτελεί θέμα απόδειξης από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής που θα εξεταστεί αργότερα, κατά την ακρόαση της υπόθεσης.
Υπενθυμίζεται ότι το κύριο κατηγορητήριο περιλαμβάνει συνολικά 218 κατηγορίες εναντίον 11 προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των γονέων του ανήλικου, καθώς και λειτουργών των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ), σε σχέση με τα γεγονότα και τις παραλείψεις που, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, οδήγησαν στον θάνατο του παιδιού.
Οι κατηγορίες κατά του πατέρα αφορούν, μεταξύ άλλων, άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας, κοινή επίθεση και υποβολή προσώπου σε σκληρή ή απάνθρωπη μεταχείριση. Κατά της μητέρας αποδίδονται κατηγορίες που σχετίζονται με παράλειψη καταγγελίας περιστατικών βίας που γνώριζε, ιδιαίτερα κατά ανηλίκου (σύμφωνα με τον Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμο του 2000).
Όσον αφορά τους εννέα λειτουργούς των ΥΚΕ (κοινωνικοί λειτουργοί και συντονιστές), αντιμετωπίζουν κατηγορίες για παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Κατά τη σημερινή δικάσιμο, κατέθεσε ενόρκως η τρίτη μάρτυρας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, αστυφύλακας Γ.Π., η οποία προσκόμισε ηλεκτρονική καταχώρηση παραπόνου της Κατηγορούμενης 2 (Κ2), ημερομηνίας 8 Σεπτεμβρίου 2009. Όπως ανέφερε η μάρτυρας, το έτος 2009 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου-Νήσου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, κατά την 8η Σεπτεμβρίου 2009 προσήλθε στον Σταθμό η Κ2 και ανέφερε ότι το τελευταίο διάστημα έχει συχνά λογομαχίες με τον σύζυγό της, με αποτέλεσμα να την απειλεί και η ίδια να φοβάται για τη ζωή της. Η αστυφύλακας Γ.Π., συμπλήρωσε ότι κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της Αστυνομίας με τον σύζυγο της παραπονούμενης, Κατηγορούμενο 1 (Κ1), αυτός ανέφερε στην Αστυνομία ότι επιθυμεί να χωρίσει με τη σύζυγό του και δεν έχει σκοπό να της κάνει κακό. Η Κατηγορούσα Αρχή αιτήθηκε όπως το έγγραφο της ηλεκτρονικής καταχώρησης παραπόνου στο σύστημα της Αστυνομίας, κατατεθεί ως τεκμήριο, ενώ ένσταση ως προς το συγκεκριμένο αίτημα έφερε ο δικηγόρος του Κ1, Κωνσταντίνος Καζαντζής, αναφερόμενος σε ζητήματα δυσμενή επηρεασμού του Κ1, καθώς και δίκαιης δίκης.
Ο κ. Καζαντζής, αγορεύοντας σε σχέση με την ένστασή του ως προς την καταχώρηση του συγκεκριμένου εγγράφου ως τεκμηρίου, ανέφερε ότι η μαρτυρία αυτή, η οποία στηρίζεται σε αναφορές της Κ2, αποτελεί μαρτυρία «κακού χαρακτήρα» για τον Κ1. Συμπλήρωσε ότι σύμφωνα με το δίκαιο της απόδειξης, η μαρτυρία «κακού χαρακτήρα» εναντίον ενός Κατηγορούμενου, επιτρέπεται είτε για να καταδείξει την ενοχή του είτε όταν τίθεται ζήτημα αξιοπιστίας του. Ακόμη, συμπλήρωσε ότι στην περίπτωση που υπάρχει μαρτυρία για παρόμοια γεγονότα, το Δικαστήριο μπορεί να την αποκλείσει, εάν η αποδεικτική της αξία είναι μικρή και μπορεί να οδηγήσει σε δυσμενή επηρεασμό του Κατηγορούμενου. Ο κ. Καζαντζής σημείωσε επίσης ότι, στην παρούσα υπόθεση ο Κ1 αντιμετωπίζει κατηγορίες επίθεσης και ψυχολογικής βλάβης κατά του παιδιού, καθώς και κατηγορίες βασανισμού κατά του παιδιού από κοινού με την Κ2. «Σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κ1 δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία από το θύμα, παρά μόνο εξ ακοής μαρτυρίες μεταφέρουν στο Δικαστήριο ισχυρισμούς της Κ2», πρόσθεσε. «Εισηγούμαι ότι αυτά που επιχειρεί να καταχωρήσει η Κατηγορούσα Αρχή θα επηρεάσουν τη δίκαιη δίκη και την υπεράσπιση του Κ1. Μόνο εντυπωσιασμό θα προκαλέσουν», συμπλήρωσε.
Ακολούθως, το Δικαστήριο έκρινε ότι διαφαίνεται πως ο σκοπός της κατάθεσης του συγκεκριμένου εγγράφου, ως τεκμηρίου, είναι να καταδειχθεί μια ευρύτερη συμπεριφορά του Κ1 σε σχέση με το οικογενειακό περιβάλλον του θύματος. Ως εκ τούτου, έκανε δεκτό το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής να κατατεθεί ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου.
Κατά την αντεξέταση, η μάρτυρας ερωτηθείσα από τους δικηγόρους του Κ1 και της Κ3, εάν προχώρησε σε κάποια ενέργεια ώστε να ερευνήσει εάν οι ισχυρισμοί της Κ2 ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ανέφερε ότι η Αστυνομία προχώρησε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κ1. Συμπλήρωσε λέγοντας ότι δεν θυμάται εάν προέβη σε οποιεσδήποτε περαιτέρω ενέργειες για διερεύνηση των ισχυρισμών της Κ2.
Ακόμη, σε ερώτηση του κ. Ακάμα, εάν η μάρτυρας ενημέρωσε το Γραφείο Ευημερίας για το παράπονο της Κ2, με βάση την Εγκύκλιο του Αρχηγού της Αστυνομίας, ημερομηνίας 2 Φεβρουαρίου 2007, η οποία ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, καθώς και εάν έδωσε η ίδια στην Κ2 το ενημερωτικό βιβλιαράκι της Αστυνομίας σχετικά με τη βία στην οικογένεια, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμάται και ότι δεν δύναται να απαντήσει σε τόσο λεπτομερείς ερωτήσεις. Ο κ. Ακάμας είπε ότι από όλα όσα προκύπτουν, φαίνεται ότι «η Αστυνομία δεν προχώρησε στις νόμιμες/υποχρεωτικές ενέργειες σύμφωνα με τον περί βίας στην οικογένεια Νόμο, ως προς τη διερεύνηση των κατ’ ισχυρισμό γεγονότων που συνέβαιναν στην οικογένεια του Στυλιανού».
Ακολούθησε η μαρτυρία της αστυφύλακα Γ.Σ., από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία προσκόμισε ηλεκτρονική καταχώρηση παραπόνου της Κ2, ημερομηνίας 24 Νοεμβρίου 2010, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο. Όπως ανέφερε η μάρτυρας, το έτος 2010 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου-Νήσου. Κατά την 24η Νοεμβρίου 2010, προσήλθε στον Σταθμό η Κ2, μητέρα δύο παιδιών, ηλικίας δύο και έξι ετών αντίστοιχα, η οποία ανέφερε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα με τον σύζυγό της, καθώς το πρωί εκείνης της ημέρας είχε έντονη λογομαχία μαζί του. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, επιθυμία της παραπονούμενης ήταν η καταχώρηση του παραπόνου για μελλοντική χρήση και μόνο. Ακόμη, η Κ2 δεν επιθυμούσε να επικοινωνήσει η Αστυνομία με τον σύζυγό της και μάλιστα η ίδια η Κ2 ανέφερε ότι είχε ήδη ενημερώσει το Γραφείο Ευημερίας, σχετικά με το συγκεκριμένο περιστατικό. Τέλος, όπως δήλωσε η μάρτυρας, η Κ2 της είπε ότι τα ανήλικα παιδιά της δεν ήταν παρόντα κατά τη λογομαχία που είχε με τον σύζυγό της.
Στα πλαίσια της αντεξέτασης, σε ερώτηση του κ. Ακάμα εάν η μάρτυρας γνώριζε ποιος λειτουργός ΥΚΕ είχε ενημερωθεί για το συγκεκριμένο περιστατικό, καθώς και εάν η ίδια η μάρτυρας είχε επικοινωνήσει προσωπικά με κάποιον λειτουργό ΥΚΕ, προκειμένου να επιβεβαιώσει εάν είχαν ενημερωθεί, η μάρτυρας δήλωσε ότι δεν είναι σε θέση να θυμηθεί.
Τελευταία κατά τη σημερινή δικάσιμο κατέθεσε η αστυφύλακας Α.Γ., από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία προσκόμισε ηλεκτρονική καταχώρηση παραπόνου της Κ2, ημερομηνίας 11 Μαρτίου 2013, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο. Όπως ανέφερε η μάρτυρας, το έτος 2013 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου-Νήσου. Κατά την 11η Μαρτίου 2013, προσήλθε στον Σταθμό η Κ2 και ανέφερε ότι το πρωί εκείνης της ημέρας, μετά από λογομαχία που είχε με τον σύζυγό της, ο τελευταίος την έσπρωξε και τη χαστούκισε ενώ βρίσκονταν στη φάρμα τους, με αφορμή ότι κάποια από τα ζώα τους πέθαναν. Επίσης η Κ2, είπε στην Αστυνομία ότι σκεφτόταν το ενδεχόμενο να μετακομίσει για λίγες ημέρες στο πατρικό της.
Κατά την αντεξέτασή της, η αστυφύλακας Α.Γ., σε ερώτηση του κ. Καζαντζή, σχετικά με τις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη μετά την καταγραφή του παραπόνου της Κ2, ανέφερε ότι η ίδια ρώτησε την Κ2 εάν ήθελε να ληφθεί γραπτή κατάθεσή της και αυτή απάντησε αρνητικά, επομένως η Αστυνομία απλώς κατέγραψε το παράπονο στο ηλεκτρονικό μητρώο.
Ακολούθως, σε ερώτηση του κ. Ακάμα εάν έγιναν περαιτέρω ενέργειες από πλευράς της Αστυνομίας, σε σχέση με το παράπονο της Κ2, η μάρτυρας απάντησε ότι επιθυμία της Κ2 ήταν να μην προβεί η Αστυνομία σε οποιεσδήποτε περαιτέρω ενέργειες, επομένως το μόνο που έκανε ήταν να ενημερώσει γραπτώς το Γραφείο Ευημερίας.
Τέλος, ο δικηγόρος της Κ6, λειτουργού ΥΚΕ, κ. Χρίστου, ζήτησε όπως, η κατ’ ισχυρισμόν ενημέρωση του Γραφείου Ευημερίας από την Αστυνομία προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ωστόσο, η αστυφύλακας Α.Γ. ενημέρωσε ότι η αλληλογραφία της Αστυνομίας καταστρέφεται κάθε πέντε χρόνια και επομένως δεν είναι δυνατή η προσκόμιση του εν λόγω εγγράφου ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η ακρόαση της υπόθεσης θα συνεχιστεί στις 27 Μαρτίου, στις 11:00 το πρωί, οπότε αναμένεται να καταθέσει και ο πρώτος από τους ποινικούς ανακριτές της υπόθεσης.
ΚΥΠΕ






