Το ερώτημα που αιωρείται πάνω από την εφημερίδα είναι αμείλικτο: πώς ο άνθρωπος που αγόρασε την Post για να τη σώσει, έφτασε να επιβλέπει μια αποδόμηση που πολλοί την περιγράφουν ως ιστορική παρακμή.
Στις 4 Σεπτεμβρίου 2013, λίγο μετά την ανακοίνωση ότι αγοράζει τη Washington Post από την οικογένεια Γκράχαμ έναντι 250 εκατ. δολαρίων, ο Jeff Bezos στάθηκε για πρώτη φορά μπροστά στο προσωπικό της εφημερίδας και υποσχέθηκε αυτό που οι κουρασμένοι από τις περικοπές δημοσιογράφοι ήθελαν να ακούσουν: «μια νέα χρυσή εποχή». Όταν ο Bob Woodward τον ρώτησε γιατί προχώρησε στην αγορά, ο ιδρυτής της Amazon ήταν σαφής για το τι θεωρούσε βασικό πρόβλημα των ΜΜΕ εκείνης της περιόδου: το μοντέλο της αργής συρρίκνωσης.
Μια αποδόμηση που πολλοί την περιγράφουν ως παρακμή
«Κατέληξα ότι μπορώ να προσφέρω ένα runway – οικονομικό runway [σ.σ: δηλαδή μια βιώσιμη δίοδο] – γιατί δεν νομίζω ότι μπορείς να συνεχίσεις να μικραίνεις τη δουλειά», είπε. «Μπορείς να είσαι κερδοφόρος και να μικραίνεις. Είναι στρατηγική επιβίωσης, αλλά τελικά οδηγεί στην ασημαντότητα, στην καλύτερη περίπτωση. Και στη χειρότερη, οδηγεί στην εξαφάνιση». Δώδεκα χρόνια αργότερα, το ερώτημα που αιωρείται πάνω από την εφημερίδα είναι αμείλικτο: πώς ο άνθρωπος που αγόρασε την Post για να τη σώσει, έφτασε να επιβλέπει –έστω από απόσταση– μια αποδόμηση που πολλοί μέσα κι έξω από το κτίριο την περιγράφουν ως ιστορική παρακμή.
Η Post είχε πράγματι κερδοφόρα χρόνια υπό τον Bezos, ιδιαίτερα με την ώθηση των εκλογών του 2016 και της πρώτης θητείας Trump, όταν η πολιτική πόλωση και η δίψα για αποκαλύψεις αύξησαν την επισκεψιμότητα και τις συνδρομές. Όμως η καμπύλη γύρισε απότομα. Η εφημερίδα άρχισε να γράφει μεγάλες ζημιές: 77 εκατ. δολάρια το 2023, άλλα 100 εκατ. το 2024. Ο ιδιοκτήτης που μιλούσε κάποτε για «οικονομικό διάδρομο απογείωσης» δεν φάνηκε διατεθειμένος να ανεχτεί απώλειες αυτού του μεγέθους.
Έτσι, μετά από χρόνια ανάπτυξης με καύσιμο τα χρήματα και την τεχνολογία του Bezos, η Post πέρασε από δύο γύρους «εθελοντικών αποχωρήσεων» το 2023 και το 2025. Το newsroom έπεσε από πάνω από 1.000 εργαζομένους σε κάτω από 800, χάνοντας, όπως σημειώνουν βετεράνοι της εφημερίδας, μερικούς από τους καλύτερους ρεπόρτερ και επιμελητές της.
Η κορύφωση ήρθε ένα πρωινό Τετάρτης, όταν οι εργαζόμενοι έλαβαν email που προανήγγελλε «σημαντικές ενέργειες», τους ζήτησε να μείνουν σπίτι και να συνδεθούν σε «Zoom webinar στις 8.30 π.μ.». Το σενάριο ήταν προφανές: μαζικές απολύσεις. Ακόμη κι έτσι, το μέγεθος φέρεται να σόκαρε: πάνω από 300 θέσεις στο newsroom. Την ανακοίνωση έκαναν ο executive editor Matt Murray και ο επικεφαλής ανθρώπινου δυναμικού Wayne Connell. Ο εκδότης Will Lewis, το πρόσωπο που έπρεπε να ενσαρκώνει την «ομπρέλα» της διοίκησης, απουσίαζε από τη στιγμή του λογαριασμού.
Ο Murray το βάφτισε «ευρύ στρατηγικό reset». Στην πράξη, όμως, το reset έμοιαζε με ακρωτηριασμό βασικών οργάνων μιας εφημερίδας που ιστορικά στηριζόταν στην πολυφωνία των τμημάτων της. Το εμβληματικό αθλητικό τμήμα κλείνει «στην παρούσα μορφή» του, με μερικούς δημοσιογράφους να καλύπτουν πλέον τον αθλητισμό ως «πολιτισμικό και κοινωνικό φαινόμενο».
Το ένθετο Μetro, που ήδη είχε μειωθεί σε περίπου 40 άτομα σε βάθος πενταετίας, πέφτει κοντά στους 12. Τα διεθνή γραφεία θα συρρικνωθούν σε περίπου 12 τοποθεσίες από πάνω από 20. Ο διεθνής editor Peter Finn, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, ζήτησε ο ίδιος να απολυθεί. Η ενότητα βιβλίου τελειώνει. Το κεντρικό podcast «Post Reports» σταματά. Και λίγο μετά το webinar, τα «προσωποποιημένα» emails έφτασαν σε καθέναν, με το πιο ψυχρό ερώτημα της σύγχρονης εργασίας: μένεις ή φεύγεις.
Η νέα στρατηγική
Η νέα στρατηγική, όπως περιγράφηκε, θέλει την Post να «συγκεντρωθεί σε τομείς που δείχνουν αυθεντία, διακριτότητα και αντίκτυπο», με έμφαση σε πολιτική και εθνική ασφάλεια. Ένα είδος «Politico-lite», όπως σχολιάζεται δηκτικά, που θα ήταν ίσως πιο πειστικό αν δεν είχε προηγηθεί η έξοδος ενός μεγάλου μέρους του ταλέντου που ακριβώς έδινε στην εφημερίδα «αυθεντία» και «διακριτότητα».
Το συναίσθημα της απώλειας αποτυπώθηκε ακόμη και από τον Don Graham, τον πρώην εκδότη που επί χρόνια κρατούσε σιωπή για τις εσωτερικές εξελίξεις. Σε ανάρτησή του στο Facebook έγραψε «είναι κακή μέρα», δηλώνοντας «λυπημένος» για τους ανθρώπους που χάνουν τη δουλειά τους, και πρόσθεσε μια προσωπική λεπτομέρεια που έδειχνε το βάθος της τομής: ότι θα πρέπει «να μάθει νέο τρόπο να διαβάζει την εφημερίδα», αφού ξεκινούσε από τα αθλητικά «από τα τέλη της δεκαετίας του 1940».
Στις 4 Σεπτεμβρίου 2013, λίγο μετά την ανακοίνωση ότι αγοράζει τη Washington Post, ο Jeff Bezos στάθηκε για πρώτη φορά μπροστά στο προσωπικό της εφημερίδας και υποσχέθηκε αυτό που οι κουρασμένοι από τις περικοπές δημοσιογράφοι ήθελαν να ακούσουν: «μια νέα χρυσή εποχή» / GETTY
Το μεγάλο ερώτημα είναι τι άλλαξε στον Bezos. Το 2016, στα εγκαίνια των νέων γραφείων, είχε καυχηθεί ότι η εφημερίδα έγινε «λίγο πιο διεισδυτική» και με «λίγο περισσότερο τσαμπουκά». Ακόμη και τον Δεκέμβριο του 2024, σε δημόσια εμφάνισή του στο DealBook Summit, μιλούσε σαν προστατευτικός γονιός: «Το πλεονέκτημα που φέρνω είναι ότι όταν χρειάζονται οικονομικούς πόρους, είμαι διαθέσιμος. Είμαι έτσι. Είμαι ο στοργικός γονιός». Είχε μάλιστα μιλήσει κάποτε για στόχο έως και 100 εκατ. συνδρομητών. Μετά τις περικοπές, η εντύπωση που μεταδίδουν συνομιλητές μέσα στην Post είναι ότι ο ιδιοκτήτης συμβιβάστηκε με μια εφημερίδα που απλώς «κουτσαίνει», μικρότερη σε φιλοδοξία, με περιορισμένη ακτίνα.
Η Sally Quinn, βετεράνος συνεργάτις και χήρα του θρυλικού Ben Bradlee, περιγράφει μια μεταμόρφωση που μοιάζει σχεδόν ανεξήγητη: «Στην αρχή ήταν υπέροχος… χαρούμενος… άνθρωπος με ακεραιότητα και συνείδηση… πραγματικά το εννοούσε όταν είπε ότι ήταν ιερή εμπιστοσύνη να αγοράσει την Post. Και τώρα δεν ξέρω ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος». Ακόμη πιο ωμά μιλά ο David Maraniss, που πέρασε 48 χρόνια στην εφημερίδα και παραιτήθηκε ως associate editor το 2024 μετά την ακύρωση –με παρέμβαση Bezos– της προγραμματισμένης υποστήριξης της Kamala Harris από το editorial page: ο Bezos, λέει, αγόρασε την εφημερίδα για «πολιτική βαρύτητα», αλλά «ο κόσμος άλλαξε». «Τώρα δεν νομίζω ότι μας δίνει δεκάρα τσακιστή». Και όταν ερωτάται τι σημαίνουν τέτοιες περικοπές για τον θεσμό, απαντά σχεδόν πένθιμα: «Δεν θέλω καν να το λέω Washington Post. Δεν ξέρω τι θα είναι χωρίς όλα αυτά».
Το κλίμα βάρυνε κι άλλο από συμβολικές εικόνες
Το κλίμα βάρυνε κι άλλο από συμβολικές εικόνες που στη δημοσιογραφία μετράνε όσο και τα νούμερα: ενώ οι φήμες για περικοπές φούντωναν, η ηγεσία φαινόταν να κινείται σε κύκλους τύπου Νταβός, ενώ ο Bezos με τη σύζυγό του Lauren Sánchez βρισκόταν στο Παρίσι για Haute Couture Week. Παράλληλα, υπήρχαν ανησυχίες ότι ο Bezos αναζητά «κατευνασμό» απέναντι στη δεύτερη διοίκηση Trump, ειδικά μετά την απουσία δημόσιας στήριξης προς ρεπόρτερ της Post όταν το FBI έκανε έφοδο στο σπίτι της Hannah Natanson και κατέσχεσε συσκευές εργασίας της. Σαν να μην έφτανε αυτό, την ώρα που το newsroom περίμενε το... τσεκούρι των απολύσεων, ο Πρόεδρος και η Πρώτη Κυρία γιόρταζαν στην πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ «Melania» που η Amazon φέρεται να αδειοδότησε έναντι 40 εκατ. δολαρίων και να προωθούσε με επιπλέον 35 εκατ., σε συμφωνία που, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, κλείστηκε μετά από δείπνο του Bezos με τους Trumps λίγο πριν την ορκωμοσία του προέδρου.
Ο Martin Baron, ο executive editor της «χρυσής» περιόδου των 11 Pulitzer, μίλησε για «μία από τις πιο σκοτεινές μέρες» στην ιστορία της εφημερίδας και απέδωσε την επιδείνωση σε «κακοσχεδιασμένες αποφάσεις από την κορυφή». Κεντρικό σημείο, κατά τον ίδιο, ήταν η ακύρωση της υποστήριξης προς την Harris – μια «δειλή εντολή» που, όπως λέει, κόστισε πάνω από 250.000 συνδρομητές και άφησε έναν «λεκέ» από προσπάθειες προσέγγισης της κεντρικής εξουσίας. «Μια ενδελεχή μελέτη περίπτωσης σχεδόν στιγμιαίας, αυτοπροκαλούμενης καταστροφής brand», την αποκαλεί.
Η Ruth Marcus, συγγραφέας και πρώην κορυφαίο στέλεχος στο Opinions, περιγράφει και το δικό της σημείο ρήξης: την απόφαση του Bezos να περιοριστεί η ενότητα σε δύο «πυλώνες» – «ατομικές ελευθερίες και ελεύθερες αγορές» – και να δηλωθεί ότι «αντίθετες απόψεις θα δημοσιεύονται αλλού». Όταν έγραψε ένα κείμενο διαφωνίας, ενημερώθηκε ότι ο Lewis το «έκοψε» ως μη επαρκές, αρνήθηκε συνάντηση, και εκείνη παραιτήθηκε. Ακολούθησε μια δεξιά στροφή, όπως περιγράφει, έως το σημείο να μην υπάρχουν πια φιλελεύθεροι αρθρογράφοι, με editorials που άλλοτε επαινούν πρωτοβουλίες Trump και άλλοτε δικαιολογούν αυθαιρεσίες ως απαραίτητες «για να μη σκοτωθούν τα σχέδια από χίλια μικρά κοψίματα».
Παρότι δηλώνει ότι δεν ήταν «Bezos-hater», η Marcus επισημαίνει το παράδοξο: το μεγάλο σοκ της εποχής Bezos δεν ήταν η παρέμβαση στο ρεπορτάζ – όπου για χρόνια κρατούσε αποστάσεις – αλλά οι κακές επιχειρηματικές επιλογές. Ο πρώτος εκδότης της θητείας του, Fred Ryan, επέβλεψε μια θεαματική άνοδο ψηφιακών συνδρομών (από 35.000 σε 2,5 εκατ.), όμως δεν έχτισε σχέδιο για «μετά τον Trump».
Ο διάδοχος Will Lewis, με παρελθόν στη βρετανική «ταμπλοϊδική» δημοσιογραφική αυτοκρατορία του Murdoch, ήρθε με συνθήματα τύπου «Fix it, build it, scale it» και ένα ασαφές σχέδιο «ενός τρίτου, εναλλακτικού newsroom» που μεταλλάχθηκε σε WP Ventures, με στόχο «αμιγώς προσωποκεντρικό περιεχόμενο και franchises». Δύο πρώην κορυφαίοι editors, Leonard Downie και Robert Kaiser, έφτασαν να στείλουν μήνυμα στον Bezos ζητώντας την αντικατάσταση του Lewis ως «το πρώτο κρίσιμο βήμα για να σωθεί» η εφημερίδα. Ο Bezos δεν απάντησε καν.
Διαρροή ταλέντου προς ανταγωνιστές
Το αποτέλεσμα είναι μια Post που βλέπει διαρροή ταλέντου προς ανταγωνιστές (Times, CNN, Wall Street Journal, The Atlantic) και μια έντυπη έκδοση που μοιάζει «σκιά» του εαυτού της, με ημερήσια κυκλοφορία κάτω από 100.000 φύλλα. Και το ερώτημα γίνεται υπαρξιακό: μπορεί ένα newsroom τόσο αποψιλωμένο να διατηρήσει το επίπεδο και την εμβέλεια που κάποτε όριζαν το brand;
Μέσα στη σκοτεινιά, στο τραπέζι μπαίνει μια εναλλακτική που σε άλλες πόλεις έχει δοκιμαστεί: μετατροπή σε μη κερδοσκοπικό οργανισμό, με τονωτικές ενέσεις ρευστού από τον Bezos αλλά ανεξάρτητη λειτουργία. Υπάρχουν μοντέλα: στη Φιλαδέλφεια, ο Gerry Lenfest αγόρασε τα τοπικά έντυπα και τα δώρισε σε φιλανθρωπικά ιδρύματα· στη Γιούτα, ο Paul Huntsman μετέτρεψε τη Salt Lake Tribune σε ΜΚΟ.
Σε άρθρο του 2024, ο Steven Waldman υποστήριξε ότι «nonprofit δεν σημαίνει “μπαίνω μέσα”» και ότι μπορείς να έχεις διαφήμιση, συνδρομές και δωρεές. Η Marcus προχωρά πιο πέρα: αν η καθαρή αξία του Bezos υπολογίζεται πλέον γύρω στα 250 δισ., γιατί όχι 1% για να σωθεί η εφημερίδα «επ’ αόριστον»; Το ίδιο κείμενο κλείνει με ένα απόσπασμα από το Citizen Kane: στην κλίμακα του πλούτου, οι ζημιές ενός ενημερωτικού θεσμού μπορούν να μοιάζουν αμελητέες – το ερώτημα είναι αν ο ιδιοκτήτης θέλει να είναι ο «σωτήρας» ή ο άνθρωπος που θα μείνει στην ιστορία ως εκείνος που άφησε τα φώτα να σβήσουν.
Πηγή: iefimerida.gr





