Τις «αστοχίες» πολιτικών του κράτους και την έλλειψη σχεδιασμού τις πληρώνει πάντοτε η κοινωνία, υπογραμμίζει η Συνομοσπονδία Εργαζομένων Κύπρου, τονίζοντας ότι σε κάθε άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας, αυτοί οι οποίοι πληρώνουν το μεγαλύτερο κόστος είναι οι εργαζόμενοι σε μεσαία και χαμηλά εισοδηματικά στρώματα.
«Η άνοδος των τιμών προϊόντων και υπηρεσιών λόγω της εκτόξευσης του κόστους ενέργειας ασφαλώς δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Το έχουμε βιώσει σε διεθνές επίπεδο κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης του 2007, στην κρίση της πανδημίας του 2020 με 2021 αλλά και στη σημερινή σύγκρουση στη Μέση Ανατολή», επισημαίνει ο υπεύθυνος στο Τμήμα Οικονομικών Μελετών της ΣΕΚ, Γιώργος Πυρίσιης.
«Το συμπέρασμα το οποίο προκύπτει είναι ένα και ξεκάθαρο. Ότι σε κάθε άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας, αυτοί οι οποίοι πληρώνουν το μεγαλύτερο κόστος είναι οι εργαζόμενοι σε μεσαία και χαμηλά εισοδηματικά στρώματα. Αυτό είναι ένα διαχρονικό συμπέρασμα το οποίο προκύπτει μέσα από στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας Κύπρου και την έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών», προσθέτει.
Το ερώτημα είναι πως προστατεύονται αυτοί οι εργαζόμενοι, υποδεικνύει.
Προσωρινές λύσεις δεν λύνουν το πρόβλημα
Όπως σημειώνει στη χθεσινή έκδοση «Εργατική Φωνή» της ΣΕΚ, οι πολιτικές μείωσης της φορολογίας όπως είναι ο ΦΠΑ και η μείωση του φόρου κατανάλωσης είναι μέτρα καλοδεχούμενα αλλά αυτά τα μέτρα αποτελούν προσωρινές λύσεις οι οποίες δεν επιλύουν το πρόβλημα.
«Αυτό που χρειάζεται είναι διαρθρωτικές αλλαγές. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος αναπόφευκτα πιέζει προς τα κάτω τους μισθούς καταναλωτών και εργαζομένων μέσω διάβρωσης της αγοραστικής δύναμης τους για ορισμένους πιο πολύ για κάποιους άλλους πιο λίγο. Η ουσία όμως είναι μια και αφορά την αύξηση στο κόστος ενέργειας η οποία μετακυλίεται στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών», επισημαίνει.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της συντεχνίας, στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο αυτό είναι αρκετά έντονο σε περιόδους κρίσεων (οικονομικών ή υγειονομικών) οι οποίες οδηγούν σε αύξηση κερδών για τις επιχειρήσεις και μείωση της πραγματικής αξίας των απολαβών για τους εργαζόμενους. Η όλη κατάσταση γίνεται πιο δύσκολη, τονίζει, εάν αναλογιστεί κανείς την έλλειψη μέτρων εφαρμογής διαρθρωτικών αλλαγών.
Αδήριτη ανάγκη η ενίσχυση δημόσιων μεταφορών
Η ενίσχυση των δημοσίων μεταφορών αποτελεί αδήριτη ανάγκη, υπογραμμίζεται και το κράτος θα πρέπει να προσεγγίσει τέτοιες πολιτικές υπό το πρίσμα της μελλοντικής επένδυσης και εξοικονόμησης πόρων.
«Αλήθεια, το δημοσιονομικό κόστος της διαχρονικής στήριξης επιχειρήσεων και καταναλωτών λόγω της σχεδόν καθολικής εξάρτησης της οικονομίας μας στο μαζούτ το έχει υπολογίσει ποτέ κανείς;» διερωτάται. Ενδεχομένως να είναι τριψήφιος ο αριθμός εκατομμυρίων εάν γινόταν σωστός σχεδιασμός υποδομών για να μην υπήρχε τόσο έντονο το πρόβλημα, εκτιμά.
«Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα της αστοχίας πολιτικών είναι η απώλεια των μισών κιλοβατώρων οι οποίες παράγονται από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), λόγω των αποκοπών στο δίκτυο με το ανάλογο κόστος εκατομμυρίων και την επιβάρυνση στους καταναλωτές οι οποίοι έχουν προχωρήσει με την εγκατάσταση φωτοβολταικών, γιατί το κράτος δεν προχώρησε εγκαίρως να φέρει μπαταρίες αποθήκευσης ενέργειας για ΑΠΕ», τονίζει.
«Τα προβλήματα δεν λύνονται με προσωρινές λύσεις. Χρειάζεται ένας στρατηγικός σχεδιασμός ο οποίος θα πρέπει να είναι μακρόπνοος και χωρίς αποσπασματικές πολιτικές. Αντιθέτως, θα πρέπει να πηγάζει μέσα από μια συνεκτική διαδικασία ώστε να μπορέσει να μειώσει τις διαρθρωτικές μας αδυναμίες», καταλήγει.







