Η επιτυχία, σε σημειολογικό επίπεδο, της πρόσφατης επίσκεψης του βασιλιά του Ηνωμένου Βασιλείου στις ΗΠΑ δεν ήταν αρκετή για να αποκαταστήσει το υψηλό επίπεδο συνεννόησης που υπήρχε παραδοσιακά μεταξύ των πολιτικών ηγετών των δυο χωρών. Ένα επίπεδο συνεννόησης που ενώ δεν είναι η πρώτη φορά που δοκιμάστηκε, αφού διαφωνίες και διάσταση απόψεων μεταξύ Λονδίνου και Ουάσινγκτον για μια σειρά από ζητήματα προέκυπταν και στο παρελθόν, εντούτοις πρώτη φορά χαρακτηρίστηκε από τόση απροκάλυπτη ένταση, λόγω της αλλοπρόσαλλης προσέγγισης και του ανερμάτιστου πολιτικού λόγου του Αμερικανού Προέδρου.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ και το ΗΒ έπαψαν να αποτελούν τον πιο στενό στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτικό συνεταιρισμό που υπάρχει ανάμεσα στις χώρες του δυτικού κόσμου. Η αποκαλούμενη «ειδική σχέση» μεταξύ των δυο χωρών παραμένει «ειδική» και οι επαΐοντες γνωρίζουν ότι καταβάλλονται, από πολλούς σε διάφορα επίπεδα, προσπάθειες να διατηρηθεί και ως «ξεχωριστή», όπως άλλωστε κατέδειξε και με την αριστοτεχνικά εκφωνημένη ομιλία του ενώπιον της ολομέλειας του Κογκρέσου ο Βρετανός μονάρχης.
Άλλωστε, η σχέση αυτή πρέπει να διατηρηθεί ως ειδική και ξεχωριστή και αυτό το γνωρίζουν οι γραφειοκρατίες και οι ισχυροί οικονομικοί δρώντες και στις δυο πλευρές, για αυτό και ευγενικά «παρακάμπτουν» και αγνοούν τις όποιες δημόσιες δηλώσεις των πολιτικών επικεφαλής στην Ουάσινγκτον, όσο προσβλητικές και αν φαντάζουν ή όσο ανιστόρητα ανόητες και αν είναι. Και καλά κάνουν, αφού η αναμόχλευση ανυπόστατων και αισθησιακών τοποθετήσεων, όπως εκείνης του Αμερικανού αντιπροέδρου για τον ρόλο των Βρετανών στις αμφιλεγόμενες εκστρατείες στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, θα προσέδιδε (στις δηλώσεις) υπόσταση που καταφανώς δεν είχαν.
Πέρα όμως από τη διαφύλαξη της ρητορικής διάστασής της, η σχέση και η συνεργασία μεταξύ των δυο χωρών σε διμερές και πολυμερές πλαίσιο δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ και το ΗΒ. Αφορά και τα υπόλοιπα «αγγλογενή» κράτη -Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία και Καναδά- που μεταξύ τους αποτελούν όχι μόνο μια συμμαχία «αδελφών» αλλά και έναν παγκόσμιο ιστό ροής τεχνογνωσίας, τεχνολογίας, πληροφοριών, κεφαλαίων, στρατιωτικών μέσων, εμπορίου και, κυρίως, δυτικών αξιών. Αξιών που γύρω τους αγκιστρώνονται οι πολιτιστικές και πολιτικές αρχές της ευγενούς άμιλλας, του πλουραλισμού, της δημοκρατίας, της πολυφωνίας, του σύγχρονου κράτους δικαίου, της διάκρισης των εξουσιών, της ισονομίας, της ισοπολιτείας, της αξιοκρατίας, της ελεύθερης αγοράς. Αρχών, ουσιαστικά, που χωρίς αυτές δεν υφίσταται ο αστικός δυτικός πολιτισμός που, όπως βλέπουμε παντού γύρω μας, δέχεται τεράστιες εξωγενείς και ενδογενείς πιέσεις και αμφισβητήσεις από άλλα ισχυρά ολοκληρωτικά καθεστώτα και ριζοσπαστικές και ανελεύθερες ιδεολογίες και πολιτικούς χώρους. Και πουθενά αλλού τούτες οι πιέσεις δεν είναι πιο εμφανείς από ό,τι στην Ευρώπη, που αποτελεί και τον συμπαγή γεωπολιτικό χώρο μέσα στον οποίο υπάρχει και λειτουργεί η Δύση. Μέσα στον χώρο, δηλαδή, που υπάρχουμε και εμείς.
Για αυτό τον λόγο, η Κύπρος αλλά και η Ελλάδα οφείλουν από τη μια να διατηρήσουν και να ενισχύσουν τη σχέση τους με τις ΗΠΑ και να εργαστούν μέσω της επιφανούς διασποράς τους στον «αγγλικό χώρο» των προαναφερθέντων πέντε κρατών ώστε να διασφαλίσουν ότι ο συγκεκριμένος ιστός δεν θα διαρραγεί. Επιπρόσθετα, η Κύπρος, ως κράτος που συνδέεται με μια πολύπλοκη και πολύπλευρη σχέση με το ΗΒ, αλλά και τα υπόλοιπα κράτη του συγκεκριμένου «αγγλόφωνου» τόξου, δύναται να ωφεληθεί από την ενίσχυση των σχέσεων της ΕΕ με το ΗΒ, αλλά και με τον Καναδά και κατ’ επέκταση και με την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, που ποτέ δεν ήταν τόσο «μακριά» όσο υπαινίσσεται η γεωγραφική τους τοποθεσία.
Αντίστοιχα, μέσω της προωθούμενης ενίσχυσης του αυτόνομου ρόλου και κυρίως της ανάπτυξης δυνατοτήτων της ΕΕ, που περνά μέσα από την ολοκλήρωση και εμβάθυνση τόσο της κοινής αγοράς όσο και της κοινής εξωτερικής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ, η Κύπρος και η Ελλάδα, μαζί με τους περιφερειακούς τους συνεργάτες, δύνανται να αποτελέσουν συμπαγές και ενισχυμένο άγκιστρο της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Και έτσι να συγκρατήσουν τις όποιες φυγόκεντρες τάσεις αναπτύσσονται και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού, αφού η ενίσχυση της ΕΕ ακυρώνει τις όποιες επικρίσεις ακούγονται από την Ουάσινγκτον για την «ανεπάρκεια» των Ευρωπαίων. Κάπου εδώ, ασφαλώς, οφείλει και η ίδια η ΕΕ να κατανοήσει ότι χωρίς τις ΗΠΑ, και χωρίς το ΗΒ, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις διεθνείς και περιφερειακές προκλήσεις, όση καλή διάθεση και αν έχουν κάποια κράτη μέλη να το πράξουν.
Σίγουρα, το «γήπεδο» μέσα στο οποίο παίζονται όλα αυτά είναι πολύ μεγαλύτερο από τις δυνατότητες και το μέγεθός μας αλλά οι αξιωματικές τοποθετήσεις μας, με λόγια και κυρίως με σοβαρές πράξεις, είναι απαραίτητες. Φτάνει να χαρακτηρίζονται από ρητορική συγκρότηση μέσω αρτιότητας επιχειρημάτων και να συνοδεύονται από έργα ώστε να είναι αξιόπιστες και να συμβάλουν στην επίτευξη απτών αποτελεσμάτων. Και κυρίως, να διατηρήσουν τη συνέχειά τους ώστε να καταστούν μόνιμες, όπως μόνιμα είναι και τα συμφέροντά μας ως κράτος της Δύσης, η οποία δεν πρέπει να χάσει τη συνοχή της, όποιος και αν κατοικεί στον Λευκό Οίκο και ό,τι και αν λένε οι λαϊκιστές στο Λονδίνο και αλλού…







