Ο πληθωρισμός «περιορίζει» την ανάπτυξη στην ΕΕ, σύμφωνα με τις Εαρινές Οικονομικές Προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς παρόλο που οι τιμές των ενεργειακών βασικών προϊόντων αναμένεται να μειωθούν σταδιακά, σύμφωνα με την έκθεση αυτές αναμένεται να παραμένουν περίπου 20% πάνω από τα επίπεδα προ του πολέμου στη Μ. Ανατολή.
Στο ραντάρ την Επιτροπής λόγω της αβεβαιότητας στη λήξη της σύγκρουσης βρίσκεται και το δυσμενές σενάριο που οφείλει να κινητοποιήσει τις κυβερνήσεις εντός και εκτός Ευρωζώνης, καθώς σε αυτή την περίπτωση, λόγω της μη αποκλιμάκωσης των τιμών ενέργειας, ο πληθωρισμός δεν θα υποχωρήσει και η οικονομική δραστηριότητα δεν θα ανακάμψει το 2027, ενώ οι υψηλότερες τιμές θα μπορούσαν να ωθήσουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις να μειώσουν περαιτέρω την κατανάλωση και να στραφούν στις επενδύσεις. πιο έντονα.
Αναλυτικότερα, ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα στην ΕΕ προβλέπουν οι οικονομικές προβλέψεις της Κομισιόν καθώς η σύγκρουση στην Μ. Ανατολή πυροδοτεί ένα νέο ενεργειακό σοκ που αναζωπυρώνει τον πληθωρισμό και κλονίζει το οικονομικό κλίμα. Καθώς πριν από τα τέλη Φεβρουαρίου 2026, η οικονομία της ΕΕ αναμενόταν να συνεχίσει να αναπτύσσεται με μέτριο ρυθμό, ενώ αναμενόταν παράλληλα μια περαιτέρω μείωση του πληθωρισμού, οι προοπτικές έχουν αλλάξει σημαντικά.
Ο πληθωρισμός άρχισε να αυξάνεται λίγες εβδομάδες μετά το ξέσπασμα της σύγκρουσης, λόγω της απότομης αύξησης των τιμών των ενεργειακών βασικών προϊόντων, και η οικονομική δραστηριότητα χάνει τη δυναμική της.
Η κατάσταση σύμφωνα με τα σενάρια της Κομισιόν, αναμένεται να βελτιωθεί ελαφρώς το 2027 εάν οι εντάσεις στις αγορές ενέργειας υποχωρήσουν. Η ανάπτυξη στην ΕΕ έφτασε το 1,5% το 2025, και προβλέπεται τώρα να επιβραδυνθεί στο 1,1% το 2026, σε μια αναθεώρηση προς τα κάτω κατά 0,3% από την πρόβλεψη των οικονομικών προβλέψεων του φθινοπώρου 2025. Η ανάπτυξη αναμένεται στη συνέχεια να φτάσει το 1,4% το 2027, με τις προβλέψεις σε επίπεδο Ευρωζώνης των 21 κρατών μελών να αναθεωρούνται ομοίως προς τα κάτω, για ανάπτυξη 0,9% το 2026 και 1,2% το 2027, από 1,2% και 1,4% αντίστοιχα.
Επισημαίνεται στην έκθεση ότι ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η οικονομία της ΕΕ είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στο ενεργειακό σοκ που προκαλείται από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, σημειώνοντας ότι μιλάμε για το δεύτερο σοκ σε λιγότερο από πέντε χρόνια. Η απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας σημαίνει υψηλότερους λογαριασμούς για τα νοικοκυριά και κόστους επιχειρήσεων που μειώνουν τα κέρδη για πολλές βιομηχανίες, ανακατευθύνοντας ουσιαστικά το εισόδημα εκτός της οικονομίας της ΕΕ προς τις χώρες που εξάγουν ενέργεια.
Ο πληθωρισμός στην ΕΕ αναμένεται να φτάσει το 3,1% το 2026, 1% υψηλότερος από την προηγούμενη πρόβλεψη, υποχωρώντας ξανά στο 2,4% το 2027. Στην Ευρωζώνη, ο πληθωρισμός αναθεωρείται επίσης προς τα πάνω στο 3,0% το 2026 και στο 2,3% το 2027, σε σύγκριση με τις φθινοπωρινές προβλέψεις του 1,9% και 2,0% αντίστοιχα. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 40 μηνών, ενώ οι επιχειρηματικές επενδύσεις πιέζονται από αυστηρότερους όρους χρηματοδότησης, χαμηλότερα κέρδη και αυξημένη αβεβαιότητα.
Η αύξηση της απασχόλησης επιβραδύνεται στο 0,3% το 2026 από 0,5% το 2025, ενώ η ανεργία αναμένεται να σταθεροποιηθεί περίπου στο 6% το 2027. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης στην ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί από 3,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 3,6% έως το 2027, ενώ ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να φτάσει στο 85,3% το 2027 από 82,8% το 2025. Μέχρι το 2027, τέσσερα κράτη μέλη αναμένεται να έχουν δείκτες χρέους άνω του 100% του ΑΕΠ.
Το ενεργειακό σοκ προσθέτει νέο βάρος στα δημόσια οικονομικά με το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης στην ΕΕ να αναμένεται να αυξηθεί από 3,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 3,6% έως το 2027, αντανακλώντας την υποτονική οικονομική δραστηριότητα, τις υψηλότερες δαπάνες για τόκους, τα μέτρα για την άμβλυνση του αντίκτυπου των υψηλότερων τιμών ενέργειας σε ευάλωτα νοικοκυριά και επιχειρήσεις και τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες. Οι δημόσιες επενδύσεις στην ΕΕ αναμένεται να σταθεροποιηθούν σε υψηλά επίπεδα το 2027, παρά το τέλος των εκταμιεύσεων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ της ΕΕ προβλέπεται επίσης να αυξηθεί από 82,8% το 2025 σε 84,2% το 2026 και 85,3% το 2027. Στη ζώνη του ευρώ, ο λόγος προβλέπεται να αυξηθεί από 88,7% το 2025 σε 90,2% και 91,2% το 2026 και το 2027, αντίστοιχα. Αυτό αντανακλά υψηλότερα πρωτογενή ελλείμματα και μια ολοένα και δυσμενέστερη διαφορά στην ανάπτυξη των επιτοκίων. Μέχρι το 2027, τέσσερα κράτη μέλη αναμένεται να έχουν δείκτες χρέους άνω του 100% του ΑΕΠ.
Ο κύριος κίνδυνος που περιβάλλει την πρόβλεψη αφορά τη διάρκεια της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις της στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Δεδομένου του ασυνήθιστα υψηλού βαθμού αβεβαιότητας. Η βασική πρόβλεψη συμπληρώνεται από ένα εναλλακτικό σενάριο που υποθέτει πιο παρατεταμένες διαταραχές, σύμφωνα με το οποίο, οι τιμές των ενεργειακών βασικών προϊόντων αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά πάνω από τις βασικές καμπύλες συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, φτάνοντας στο αποκορύφωμά τους στα τέλη του 2026 πριν σταδιακά ευθυγραμμιστούν με αυτές μέχρι το τέλος του 2027.
Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, ο πληθωρισμός δεν θα υποχωρήσει και η οικονομική δραστηριότητα δεν θα ανακάμψει το 2027, όπως προβλέπεται στη βασική πρόβλεψη. Επιπλέον, οι υψηλότερες τιμές θα μπορούσαν να ωθήσουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις να μειώσουν την κατανάλωση και να επενδύσουν πιο έντονα. Επιπλέον, οι άμεσες ελλείψεις στην προσφορά για συγκεκριμένα εμπορεύματα και εισροές, για παράδειγμα ορισμένα προϊόντα διύλισης πετρελαίου και λιπάσματα, θα μπορούσαν να ενταθούν με αλυσιδωτές επιπτώσεις στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής και την προσιτότητα των τροφίμων.
Η Κομισιόν επισημαίνει πως η συνεχιζόμενη μείωση της ζήτησης εργασίας θα μπορούσε να σηματοδοτήσει έναν πιο αρνητικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της απασχόλησης στο μέλλον, ενώ η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα γύρω από τις παγκόσμιες εμπορικές πολιτικές και η συνεχιζόμενη αναδιάρθρωση των γεωπολιτικών και εμπορικών σχέσεων θα μπορούσαν να επηρεάσουν περαιτέρω την εμπιστοσύνη και τη δραστηριότητα.
Η Επιτροπή προτείνει ταχύτερη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που αντιμετωπίζουν τα μακροχρόνια εμπόδια στην ανάπτυξη της ΕΕ, και προβλέπει πως οι ισχυρές δημόσιες επενδύσεις σε τομείς όπως η άμυνα και η ενεργειακή μετάβαση ενδέχεται να αντισταθμίσουν μέρος της αναμενόμενης αδυναμίας στον ιδιωτικό τομέα.
Πηγή: ΚΥΠΕ







