Πόσα κιλά κρέας πρέπει να καταναλώνει ο μέσος άνθρωπος ετησίως; Η απάντηση είναι σχετικά εύκολη. Ρωτάς έναν διαιτολόγο και σου δίνει την επιστημονικά τεκμηριωμένη απάντηση.
Πώς, όμως, διασφαλίζεται ότι κάθε άνθρωπος θα καταναλώνει αυτή την ποσότητα; Αυτό είναι το δύσκολο ερώτημα.
Όλοι μπορούμε να αντιληφθούμε ότι, για να καταναλωθεί κάτι, πρέπει πρώτα να έχει παραχθεί. Αφού λυθεί το πρόβλημα της παραγωγής, ακολουθεί το δεύτερο στάδιο: η κατανομή μεταξύ του πληθυσμού.
Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα χωριό με 1.000 κατοίκους και οκτώ αγελάδες, οι οποίες παράγουν από 10 λίτρα γάλα ημερησίως η καθεμία. Αν ο διαιτολόγος του χωριού ανακοινώσει ότι κάθε κάτοικος πρέπει να καταναλώνει μισό λίτρο γάλα την ημέρα, οι υπόλοιποι, αν μπουν στον κόπο να του απαντήσουν, θα του πουν να σταματήσει τις ανοησίες.
Η ίδια απλή λογική συζήτηση θα έπρεπε να ισχύσει και για το συνταξιοδοτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένου του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το να απαιτεί κάποιος αύξηση των συντάξεων χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η «παραγωγή» – δηλαδή οι αποταμιεύσεις, οι εισφορές και οι επενδύσεις που τις χρηματοδοτούν – είναι εξίσου παράλογο με το προηγούμενο παράδειγμα.
Αν ο διαιτολόγος του χωριού είχε παρέμβει για να αναδείξει την ανάγκη αύξησης του αριθμού των αγελάδων, της βελτίωσης της παραγωγικότητάς τους ή της αξιοποίησης εναλλακτικών πηγών, όπως το αιγοπρόβειο γάλα, τότε η προσέγγισή του θα ήταν ορθή. Θα εστίαζε όχι μόνο στην ανάγκη, αλλά και στον τρόπο κάλυψής της.
Ακριβώς την ίδια λογική πρέπει να ακολουθήσουμε και στο συνταξιοδοτικό.
Πρώτα πρέπει να απαντήσουμε σε ορισμένα θεμελιώδη ερωτήματα:
Ποια είναι η ελάχιστη σύνταξη που πρέπει να εξασφαλίζεται σε κάθε πολίτη και ποια θεωρείται η επιθυμητή σύνταξη;
Ποιο μέρος αυτών των ποσών θα καλύπτεται από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (πρώτος πυλώνας) και ποιο από τους άλλους δύο πυλώνες του συνταξιοδοτικού συστήματος;
Για να καλυφθούν οι υποχρεώσεις που θα αναλάβει το ΤΚΑ, πόσα χρήματα πρέπει να αποταμιεύονται, να επενδύονται ή να μεταφέρονται από μία ομάδα του πληθυσμού σε άλλη;
Μόνο αφού απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα μπορεί να γίνει ουσιαστική συζήτηση για το ύψος των συντάξεων.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι, όταν μιλάμε για μεταφορά πλούτου μεταξύ πολιτών, οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Στην εξίσωση αυτή υπεισέρχονται πολλοί παράγοντες.
Γιατί κάποιος δεν συνεισέφερε επαρκώς ή γιατί οι εισφορές του ήταν χαμηλές; Επειδή αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες στη ζωή του; Επειδή εργαζόταν σε συνθήκες που δεν του επέτρεπαν να αποταμιεύσει; Επειδή δεν δήλωνε τα πραγματικά του εισοδήματα; Ή επειδή επέλεξε να μην εργάζεται συστηματικά;
Παράλληλα, πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον η μεταφορά πόρων οδηγεί σε αδικίες εις βάρος όσων έχουν συνεισφέρει περισσότερο. Μήπως, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αναδιανομή καταλήγει να φέρνει σε δυσμενέστερη θέση τον πολίτη που πλήρωσε περισσότερα από εκείνον που λαμβάνει την επιπρόσθετη παροχή;
Δεν έχω αμφιβολία ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών όχι μόνο δεν θα αντιδρούσε, αλλά θα στήριζε ενεργά την παροχή πρόσθετης βοήθειας σε συμπολίτες μας που, για πραγματικούς και σοβαρούς λόγους, δεν είχαν τη δυνατότητα να εργαστούν ή να αποταμιεύσουν επαρκώς κατά τη διάρκεια της ζωής τους.
Όλοι, όμως, γνωρίζουμε ότι αυτή η κατηγορία αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.
Σε μια χώρα που, για το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου μετά το 1980, λειτουργούσε υπό συνθήκες σχεδόν πλήρους απασχόλησης, είναι εύλογο να διερωτάται κανείς γιατί εξακολουθεί να υπάρχει τόσο μεγάλος αριθμός χαμηλοσυνταξιούχων. Το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Αντίθετα, πρέπει να απαντηθεί με ειλικρίνεια και τεκμηρίωση, διότι μόνο έτσι μπορεί να σχεδιαστεί ένα συνταξιοδοτικό σύστημα που να είναι ταυτόχρονα δίκαιο, βιώσιμο και κοινωνικά αποδεκτό.







