Η γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), την οποία υπογράφει η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, για τις νομοθετικές τροποποιήσεις στο πλαίσιο των εκποιήσεων που ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων πριν τις εκλογές, αποτελεί μια σαφή προειδοποίηση για τις πιθανές επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι αλλαγές αυτές στο τραπεζικό σύστημα και κατ’ επέκταση στην κυπριακή οικονομία. Επί της ουσίας η ΕΚΤ απορρίπτει το σύνολο των νομοθεσιών και συστήνει στις κυπριακές αρχές να προβούν σε διεξοδική ανάλυση των πιθανών επιπτώσεων των τροποποιητικών νόμων στην κυπριακή οικονομία.
Η γνωμοδότηση ζητήθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών. Συγκεκριμένα το ΥΠΟΙΚ ζήτησε γνώμη για τον τροποποιητικό νόμο ΑΚΕΛ, Οικολόγων, για τη δυνατότητα αναστολής της εκποίησης μέχρι την έκδοση απόφασης από το δικαστήριο, αν έχει ασκηθεί αγωγή (ή έφεση κατά απόφασης υπέρ πιστωτικού ιδρύματος, εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων ή εταιρείας διαχείρισης πιστώσεων) με την οποία αμφισβητείται το αρχικό ή το εναπομένον ποσό του χρέους ή για ύπαρξη καταχρηστικών όρων ή για οποιαδήποτε άλλη παρανομία και/ή λόγους ακυρότητας της σύμβασης. Τελικά η ΕΚΤ αποφάσισε να αξιολογήσει όλο το πακέτο των επτά νομοθεσιών.
Από τις επτά νομοθεσίες που εγκρίθηκαν, σε ισχύ τέθηκαν οι αλλαγές στη δικαιοδοσία της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου και η δυνατότητα έκδοσης απόφασης παραμερισμού της εκποίησης για 12 μήνες. Οι υπόλοιπες ρυθμίσεις έχουν αναφερθεί στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Πρόκειται για την αναστολή των εκποιήσεων, τη διαγραφή του υπολειπόμενου ενυπόθηκου χρέους μετά από πώληση ακινήτου ή δημοπρασία, τον περιορισμό της ευθύνης των εγγυητών και τον μη τοκισμό του δανείου, αν το συνολικό οφειλόμενο ποσό φτάσει το διπλάσιο του αρχικού χρέους.
Η ΕΚΤ δεν αμφισβητεί άμεσα την ανάγκη προστασίας των δανειοληπτών, αλλά εκτιμά ότι οι όποιες ρυθμίσεις δεν θα πρέπει να αποδυναμώνουν τη δυνατότητα των πιστωτών να ασκούν τα νόμιμα δικαιώματά τους επί των εξασφαλίσεων, ούτε να δημιουργούν σημαντικές καθυστερήσεις στις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.
"Ενώ οι τροποποιητικοί νόμοι πιθανώς αποσκοπούν στην προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αποπληρωμή των ενυπόθηκων δανείων τους, θα μπορούσαν να έχουν ανεπιθύμητες επιπτώσεις και ενδεχομένως να επιτύχουν το αντίθετο από τον δηλωμένο σκοπό τους, δηλαδή την προστασία των δανειοληπτών όσον αφορά την πρόσβασή τους στη στέγαση. Οι τράπεζες θα αντισταθμίσουν την έμμεση αύξηση του πιστωτικού κινδύνου με την αυστηροποίηση των όρων χρηματοδότησης και τη μείωση της προσφοράς πιστώσεων, με αποτέλεσμα τελικά να καταστεί πιο δύσκολη και πιο δαπανηρή για τα νοικοκυριά η πρόσβαση σε κατοικίες", αναφέρει, μεταξύ άλλων, η γνωμοδότηση.
Η ΕΚΤ εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για πρόνοιες που συνδέουν τις διαδικασίες εκποίησης με την εξέταση παραπόνων από τον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο ή προβλέπουν αναστολή των διαδικασιών εκτέλεσης για παρατεταμένες περιόδους. Κατά την εκτίμησή της, οι ρυθμίσεις αυτές μπορούν να δημιουργήσουν αβεβαιότητα ως προς τον χρόνο και την αποτελεσματικότητα ανάκτησης των εξασφαλίσεων, επηρεάζοντας τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Η ΕΚΤ βλέπει και δημοσιονομικές επιπτώσεις κυρίως σε σχέση με τη λειτουργία της ΚΕΔΙΠΕΣ, στόχος της οποίας είναι η ανάκτηση, προς όφελος του κύπριου φορολογούμενου, της κρατικής ενίσχυσης που έλαβε η πρώην Κυπριακή Συνεταιριστική Τράπεζα.
Οι νόμοι, αναφέρεται, ενδέχεται να περιορίσουν την ικανότητα της ΚΕΔΙΠΕΣ να ανακτήσει το υπόλοιπο ποσό της κρατικής ενίσχυσης, επηρεάζοντας έτσι τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού. Ενδέχεται επίσης να προκύψουν δημοσιονομικοί κίνδυνοι από οποιαδήποτε αποδυνάμωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα, γεγονός που με τη σειρά του μεταφράζεται σε αποδυνάμωση των δημόσιων οικονομικών.
Ένα ευάλωτο χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί να δημιουργήσει ενδεχόμενες υποχρεώσεις για το κράτος, αυξάνοντας την πιθανότητα να χρειαστεί κρατική στήριξη, ιδίως σε περιόδους κρίσης. Πρόσθετα, η αντίληψη ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αρνητικών κύκλων ανατροφοδότησης μεταξύ του τραπεζικού συστήματος και του κράτους, μπορεί επίσης να επηρεάσει την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους, τονίζεται στη γνωμοδότηση.






