Όταν ο περισσότερος κόσμος αναφέρεται στην πολιτική, συνήθως αναφέρεται στην παραπολιτική και δη στο «κουτσομπολιό» γύρω από τη δυναμική που χαρακτηρίζει τη διεκδίκηση της εξουσίας αντί για την άσκηση της εξουσίας. Η πιο χαρακτηριστική συνέπεια αυτού του φαινομένου είναι το αποτέλεσμα των πρόσφατων βουλευτικών εκλογών όπου βρέθηκαν στο Κοινοβούλιο πρόσωπα των οποίων η πολιτική θέση και άποψη είτε είναι άγνωστη είτε δεν υπάρχει καθόλου.
Αυτό, όμως δεν είναι και τόσο καινούργιο στην πολιτική διαδικασία, αφού είναι γνωστή η προσέγγιση κάποιων «επιτυχημένων» πολιτικών (δηλαδή κάποιων συμπολιτών μας που όχι μόνο εκλέγονται σε θέσεις εξουσίας αλλά εκλέγονται και με υψηλά ποσοστά ψήφων), να μην τοποθετούνται επί σημαντικών ζητημάτων ή ακόμα και να τοποθετούνται υπερβολικά αφηρημένα ή στη βάση του ακροατηρίου τους. Δυστυχώς τούτο, επίσης, δεν είναι ξένο στην πολιτική και πολλές φορές η αμφισημία και η απροσδιοριστία θέσεων θεωρείται ακόμα και ίδιον της πολιτικής και των πολιτικών.
Πράγμα όμως που είναι και αυτό με τη σειρά του σύμπτωμα της ελλιπούς πολιτικής παιδείας μας, αφού ο πολιτικός πρέπει να έχει το θάρρος να ηγηθεί, να διαμορφώσει, να επηρεάσει και να οδηγήσει και όχι μόνο να καταστεί επαρκώς δημοφιλής για να εκλεγεί. Αφού, η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα τέτοιων δημοφιλών πολιτικών που αφού κατάφεραν να καταστούν δημοφιλείς και να εκλεγούν στη βάση των πιο πάνω χαρακτηριστικών, στη συνέχεια κατέστησαν έρμαια της δημοφιλίας τους και απέτυχαν παταγωδώς να ασκήσουν με αποτελεσματικότητα την εξουσία που με το τόσο πάθος διεκδίκησαν.
Αυτό μας φέρνει στο σήμερα και στην πολιτική πραγματικότητα που χαρακτηρίζει ολόκληρη την Ευρώπη, αν όχι και όλες τις πραγματικά λειτουργικές δημοκρατίες διεθνώς. Μια πραγματικότητα όπου η μονομανής έμφαση στη δημοφιλία και η αντικατάσταση της ηγεσίας με τον λαϊκισμό οδήγησαν τους πολίτες στα άκρα του πολιτικού φάσματος λόγω των αδιεξόδων που προέκυψαν στον χειρισμό σχεδόν όλων των μικρών και μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες.
Ίσως γι' αυτό τον λόγο να έφτασε η ώρα όχι μόνο της ανάδειξης του όποιου πολιτικού στίγματος ως πυξίδας διαχείρισης της πολιτικής ατζέντας αλλά και της ανάδειξης της ηγεσίας ως προσόντος απαραίτητου και προαπαιτούμενου για την άσκηση εξουσίας. Και εδώ είναι που υπεισέρχεται και ο παράγοντας του πολιτικού ελέγχου από τα θεσμικά ΜΜΕ σήμερα. Ειδικά σήμερα που ο καθένας από εμάς, πολίτης και πολιτικός, είναι «εξοπλισμένος» με ένα πληκτρολόγιο και ένα Μέσο Κοινωνικής Δικτύωσης και εκφράζει άποψη και θέση χωρίς μεσάζοντες.
Σήμερα, τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι θα πρέπει, όπως και οι πραγματικοί πολιτικοί που ξέρουν γιατί θέλουν να επιλεγούν σε θέσεις εξουσίας, να ασκήσουν με τη σειρά τους την εξουσία τους και να ελέγξουν τους πολιτικούς. Να θέσουν τα δύσκολα ερωτήματα και να αναζητήσουν μέσω του λειτουργήματος τους όχι μόνο ρόλο στη διανομή της ενημέρωσης, στην κατανομή της εξουσίας αλλά και ρόλο στον έλεγχο της άσκησής της.
Δηλαδή να ηγηθούν εξίσου με τους πολιτικούς, ώστε να επέλθει η, απούσα σήμερα, ισορροπία στο σύστημα. Αφού χωρίς αυτή την ισορροπία, οι στρεβλώσεις θα διευρύνονται και θα διογκώνονται, τα αδιέξοδα θα αυξάνονται, και η κοινωνική οργή και απόγνωση θα μεγεθύνονται. Και όπως έχει ξανασυμβεί όταν οι συνθήκες οδηγούνταν προς την προαναφερθείσα κατάσταση, τα κεφάλια που θα πέσουν, πριν από αυτά των απλών πολιτικών, θα είναι εκείνα των δημοσιογράφων.






