Το πρόβλημα της ΕΕ δεν είναι ότι επενδύει λιγότερο στην έρευνα και ανάπτυξη ή στις υποδομές, ούτε ότι έχει γίνει υπερβολικά γραφειοκρατική ή υπερρυθμισμένη, ούτε ότι τα επίπεδα της ιδιωτικής χρηματοδότησης είναι χαμηλότερα από εκείνα ανταγωνιστικών χωρών ή περιοχών. Αυτά είναι συμπτώματα, όχι αιτίες.
Το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Είναι πολιτισμικό και πολιτικό. Δεν υπάρχει γνήσια πολιτική βούληση για αλλαγή· αντίθετα, βλέπω αρχηγούς κρατών και την ηγεσία της ΕΕ, πρόθυμους κυρίως να συμβιβάζονται, να ικανοποιούν και απλώς να εξισορροπούν αντικρουόμενα συμφέροντα –ομάδες πίεσης. Οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών, προσπαθώντας να καλύψουν αυτό το κενό, αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, αλλά κατανοητά μέσα από τη δική τους – περιορισμένη – οπτική.
Για να γίνω πιο κατανοητός, ας πάρουμε ως παράδειγμα τις διαφορετικές προσεγγίσεις των ΗΠΑ και της ΕΕ στους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς (GMO). Η πολιτική της ΕΕ δίνει μεγαλύτερη έμφαση στους δυνητικούς κινδύνους, γεγονός που οδηγεί σε πολύ περιορισμένες εγκρίσεις και εμπορική χρήση. Αντίθετα, οι ΗΠΑ δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στα δυνητικά εμπορικά και κοινωνικά οφέλη, καθιστώντας τις εγκρίσεις σημαντικά ευκολότερες. Εκ των πραγμάτων, αυτή η προσέγγιση προσδίδει στις ΗΠΑ έναν πιο ανταγωνιστικό αγροτικό τομέα, ακόμη και πριν ληφθούν υπόψη άλλοι παράγοντες.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι αν η ΕΕ κινητοποιήθηκε πραγματικά από ανησυχίες για την υγεία σε σχέση με τους GMO στην τροφική αλυσίδα ή αν επιδίωξε κυρίως να ικανοποιήσει ή να προστατεύσει άλλα συμφέροντα. Η δική μου θέση είναι ότι η ΕΕ επιδίωξε να κατευνάσει τον σημερινό αγροτικό της τομέα και στη συνέχεια διογκώθηκαν τα επιχειρήματα κατά των GMO ώστε να στηριχθεί η πολιτική.
Ακόμη ένα παράδειγμα, η πολιτική της Γερμανίας για την κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας. Δεν υπάρχει λόγος να επανεξετάσουμε όλα τα επιχειρήματα γύρω από αυτή την απόφαση. Ωστόσο, τώρα που η Γερμανία έχει χάσει πολλά από τα υπόλοιπα της ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που επί χρόνια αντιστάθμιζαν το υψηλότερο ενεργειακό κόστος, ολοένα και περισσότερες φωνές την αμφισβητούν. Ήταν πράγματι η ασφάλεια του πληθυσμού ο βασικός παράγοντας πίσω από την απόφαση της Γερμανίας να καταργήσει την πυρηνική ενέργεια; Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετοί εν λειτουργία πυρηνικοί σταθμοί — όπως το Cattenom (Γαλλία), το Tihange (Βέλγιο), τα Leibstadt και Beznau (Ελβετία) και το Temelín (Τσεχία) — βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 100 χιλιομέτρων από τα γερμανικά σύνορα.
Δεν επιχειρηματολογώ κατά της ρύθμισης, ούτε κατά των μέτρων για την προστασία των συμφερόντων και της ευημερίας των πολιτών της ΕΕ. Αντιθέτως, είμαι ένθερμος υποστηρικτής μιας ισχυρής και επιτυχημένης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι η ΕΕ παραμένει ένα από τα καλύτερα μέρη στον κόσμο για να ζει κανείς. Η ανησυχία είναι ότι σταθερά χάνουμε έδαφος. Αν η οικονομία μας αποδυναμωθεί σημαντικά, δεν θα είμαστε πλέον σε θέση να διατηρήσουμε το σημερινό επίπεδο ευημερίας.
Σίγουρα, αν υπάρξει έκρηξη σε έναν πυρηνικό αντιδραστήρα κάπου ή αν αποδειχθεί ότι ένα τρόφιμο με ΓΤΟ προκαλεί καρκίνο, πολλές φωνές θα ακουστούν λέγοντας «σας τα έλεγα». Όμως, όπως σε πολλά πράγματα στη ζωή, όλα είναι ζήτημα ρίσκου και ανταμοιβής. Αν θέλουμε να είμαστε πιο προσεκτικοί από τον υπόλοιπο κόσμο, υπάρχει τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε. Δυστυχώς ως ΕΕ έχουμε συγχίσει το σύμπτωμα με την αιτία ή χειρότερα δεν θέλουμε να ασχοληθούμε με την αιτία. Αντί να προσπαθούμε να ισορροπούμε τον κίνδυνο με το όφελος, ισορροπούμε τους μεν με τους δε.





