Η πορεία του δανεισμού στην κυπριακή οικονομία τα τελευταία δύο χρόνια αποτυπώνει με σαφήνεια τη μετάβαση από μια περίοδο έντονων πιέσεων σε μια φάση προσαρμογής και επανατοποθέτησης. Τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας έδειξαν ότι το πρώτο εξάμηνο του 2024 οι νέες δανειοδοτήσεις υποχώρησαν, εξέλιξη η οποία θεωρήθηκε αναμενόμενη καθώς η απότομη άνοδος των επιτοκίων αύξησε αισθητά το κόστος χρηματοδότησης. Νοικοκυριά και επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπα με μια νέα πραγματικότητα, όπου η εξυπηρέτηση του δανεισμού απαιτούσε αυστηρότερη διαχείριση ρευστότητας, αναπροσαρμογή προϋπολογισμών και πιο συντηρητικές επενδυτικές αποφάσεις. Η περίοδος αυτή λειτούργησε ως μηχανισμός εξισορρόπησης, καθώς έγινε ευρύτερα αντιληπτό ότι το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων που επικράτησε για χρόνια δεν θα επέστρεφε άμεσα.
Καθώς όμως η αγορά άρχισε να απορροφά τους κραδασμούς, η εικόνα διαφοροποιήθηκε. Το 2025 καταγράφηκε έντονη αύξηση στη ζήτηση νέων δανείων, με τα καθαρά νέα δάνεια να φθάνουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Το σύνολο ανήλθε σε περίπου €4,94 δισ., παρουσιάζοντας σημαντική ετήσια αύξηση σε σχέση με το 2024. Η άνοδος αυτή αντανακλά μια σταδιακή αποδοχή της νέας επιτοκιακής κανονικότητας και μια επαναδραστηριοποίηση τόσο των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών. Τα δάνεια προς νοικοκυριά αυξήθηκαν αισθητά, με ιδιαίτερη έμφαση στη στεγαστική πίστη, ενώ ακόμη μεγαλύτερη ήταν η μεταβολή στα επιχειρηματικά δάνεια, ειδικά σε ποσά άνω του €1 εκατ., γεγονός που υποδηλώνει επανεκκίνηση επενδυτικών σχεδίων.
Το ύψος των επιτοκίων εξακολουθεί να αποτελεί βασικό παράγοντα λήψης αποφάσεων, αλλά δεν είναι ο μόνος περιορισμός. Η ανάγκη σημαντικής συμμετοχής ιδίων κεφαλαίων, συχνά γύρω στο 30% μιας επένδυσης, δυσκολεύει την υλοποίηση σχεδίων, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η ανάπτυξη γης. Εκεί, οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες αδειοδότησης και οι αλλαγές στο πλαίσιο της τοπικής αυτοδιοίκησης προσθέτουν αβεβαιότητα και κόστος. Παράλληλα, η πορεία των επιτοκίων δείχνει ότι τυχόν μειώσεις θα είναι σταδιακές και προσεκτικές, καθώς οι κεντρικές τράπεζες επιδιώκουν να αποφύγουν την αναζωπύρωση πληθωριστικών πιέσεων, πιέσεων που εν πολλοίς συνδέθηκαν με την παρατεταμένη περίοδο μηδενικών επιτοκίων και αυξημένης ρευστότητας των προηγούμενων ετών.
Aναδιαρθρώσεις δανείων
Σε αυτό το περιβάλλον, οι αναδιαρθρώσεις δανείων αποτελούν βασικό εργαλείο προσαρμογής. Τα στοιχεία δείχνουν σημαντική διεύρυνση των επαναδιαπραγματεύσεων, τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις. Στα στεγαστικά δάνεια των νοικοκυριών καταγράφεται ιδιαίτερα έντονη αύξηση, γεγονός που υποδηλώνει ότι πολλοί δανειολήπτες επιδιώκουν να διασφαλίσουν βιώσιμους όρους αποπληρωμής σε ένα περιβάλλον υψηλότερου κόστους. Οι επιχειρήσεις, από την πλευρά τους, φαίνεται να αξιοποιούν τις αναδιαρθρώσεις ως εργαλείο χρηματοοικονομικής ευελιξίας, ειδικά για μεγαλύτερα δάνεια, ώστε να στηρίξουν επενδυτικά πλάνα και κεφάλαιο κίνησης.
Παρά τις πιέσεις, το τραπεζικό σύστημα διατηρεί υψηλά επίπεδα ρευστότητας. Υπάρχουν ωστόσο εκτιμήσεις ότι η ρευστότητα αυτή ενδέχεται να μειωθεί σταδιακά, εξέλιξη η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει τον ανταγωνισμό στα καταθετικά επιτόκια. Το υφιστάμενο επιτοκιακό περιθώριο παρέχει σήμερα στις τράπεζες τη δυνατότητα να προχωρούν σε πιο ευέλικτες ρυθμίσεις για βιώσιμους δανειολήπτες, συμβάλλοντας τόσο στη σταθερότητα του συστήματος όσο και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.
Για τα νοικοκυριά, το βασικό σημείο ενδιαφέροντος παραμένει η κατοικία. Οι αυξημένες τιμές ακινήτων και ενοικίων, σε συνδυασμό με το κόστος χρηματοδότησης και τη συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος λόγω ακρίβειας, δημιουργούν ένα σύνθετο πλαίσιο αποφάσεων. Πολλοί πολίτες αξιοποιούν αποταμιεύσεις που συσσωρεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, ενώ οι κρατικές πρωτοβουλίες για προσιτή κατοικία και στήριξη της χρηματοδότησης βρίσκονται ακόμη σε φάση αξιολόγησης ως προς την αποτελεσματικότητά τους. Η περιορισμένη προσφορά νέων οικιστικών μονάδων, λόγω γραφειοκρατικών καθυστερήσεων, επιτείνει τις πιέσεις.
Για τις επιχειρήσεις, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση παραμένει κρίσιμος παράγοντας επιβίωσης και ανάπτυξης. Ο δανεισμός αποτελεί βασικό εργαλείο επενδύσεων και κεφαλαίου κίνησης, αρκεί να εντάσσεται σε ρεαλιστικό σχεδιασμό. Τα οργανικά κέρδη, η μετατροπή των πωλήσεων σε πραγματικές ταμειακές εισροές και η αποφυγή υπερβολικής πίστωσης αποτελούν στοιχεία χρηματοοικονομικής υγείας. Ταυτόχρονα, οι επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της τεχνολογικής αναβάθμισης, της πράσινης μετάβασης και της μεταβαλλόμενης διεθνούς αγοράς. Όσες δεν εκσυγχρονίσουν τις δομές και τις διαδικασίες τους κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν προβλήματα βιωσιμότητας.
Σημαντικό εμπόδιο παραμένει το αυξημένο διοικητικό κόστος. Η απλούστευση διαδικασιών, η προώθηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και η αλλαγή διοικητικής κουλτούρας αποτελούν προϋποθέσεις για ένα πιο λειτουργικό επιχειρηματικό περιβάλλον. Παρά τα βήματα προόδου, υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο βελτίωσης ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Σε ευρύτερο επίπεδο, η κυπριακή οικονομία, όπως και η ευρωπαϊκή, εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στον τραπεζικό δανεισμό ως κύρια πηγή χρηματοδότησης. Σε αντίθεση με αγορές όπως οι ΗΠΑ, όπου η ιδιωτική χρηματοδότηση διαδραματίζει μεγαλύτερο ρόλο, σημαντικά κεφάλαια στην Ευρώπη παραμένουν αδρανή σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Η ενεργοποίηση αυτών των πόρων θα μπορούσε να ενισχύσει τις επενδύσεις και να διαφοροποιήσει τις πηγές χρηματοδότησης.
Συνολικά, η περίοδος αυξημένων επιτοκίων λειτούργησε ως δοκιμασία αντοχής, αλλά και ως μηχανισμός ωρίμανσης της αγοράς. Η επαναφορά της δανειοδοτικής δραστηριότητας δείχνει ότι το σύστημα προσαρμόστηκε, όχι επειδή οι συνθήκες έγιναν ευκολότερες, αλλά επειδή έγιναν πιο προβλέψιμες. Ο υγιής δανεισμός εξακολουθεί να αποτελεί βασικό μοχλό ανάπτυξης, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από υπεύθυνη διαχείριση, θεσμική σταθερότητα και προσαρμοστικότητα στις νέες οικονομικές πραγματικότητες.





