Μακρά συζήτηση για τις επιπτώσεις στην ευρωπαΐκή οικονομία από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή είχαν οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων (ECOFIN) το οποίο πραγματοποιήθηκε σήμερα στις Βρυξέλλες υπό την προεδρία του υπουργού Οικονομικών της Κύπρου, Μάκη Κεραυνού. Από τη συζήτηση δεν προέκυψαν συγκεκριμένες αποφάσεις αλλά αναδείχθηκε η σημασία της ενίσχυσης της ανθεκτικότητας της ευρωπαικής αγοράς ενέργεια με την προώθηση όλων των αναγκαίων έργων μεταξύ των οποίων και οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις μεταξύ των κρατών μελών.
Στη συνέντευξη Τύπου μετά το ECOFIN, ο κ. Κεραυνός ανέφερε ότι οι υπουργοί ενημερώθηκαν από την Κομισιόν για τις τελευταίες οικονομικές εξελίξεις «υπό το φως των πρόσφατων γεωπολιτικών γεγονότων», με έμφαση στις επιπτώσεις του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν στις τιμές των καυσίμων και στο ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον.
Στο ίδιο πλαίσιο, ενημέρωσε τους ομολόγους του για την κατάσταση στην Κύπρο και εξέφρασε τη «βαθύτατη εκτίμηση» του για την άμεση αλληλεγγύη των εταίρων.
"Θα ήθελα να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία για να ευχαριστήσω δημοσίως την Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και τις Κάτω Χώρες για την απτή υποστήριξή τους. Η υποστήριξη αυτή υπογραμμίζει τη σημασία της ευρωπαϊκής ενότητας και αλληλεγγύης", είπε ο κ Κεραυνός.
Πέραν των άμεσων επιπτώσεων του πολέμου στην αγορά ενέργειας, στο τραπέζι βρέθηκαν και οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις των κρατών-μελών, με τον Υπουργό να υπογραμμίζει ότι από τις 27 χώρες της ΕΕ, οι 25 είναι ήδη συνδεδεμένες, χωρίς αυτό να έχει αποτρέψει τη διατήρηση των τιμών ενέργειας σε υψηλά επίπεδα.
Στο μέτωπο της Ουκρανίας, η Κομισιόν παρουσίασε στους υπουργούς την εικόνα των άμεσων χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας και την πορεία υλοποίησης της ευρωπαϊκής και διεθνούς στήριξης, ενώ παράλληλα έγινε ανασκόπηση της κατάστασης της ρωσικής οικονομίας, η οποία εμφανίζει «σημάδια αυξημένης πίεσης» μέσα στο 2025, κάτι που – όπως είπε ο κ. Κεραυνός – αποδεικνύει ότι η ευρωπαϊκή γραμμή «έχει αντίκτυπο» στην ικανότητα της Ρωσίας να συνεχίσει τον πόλεμο.





