Αυτή τη στιγμή η κυπριακή οικονομία αντιμετωπίζει, τουλάχιστον δύο, μεγάλες και ταυτόχρονες προκλήσεις. Η μία σχετίζεται με την τρέχουσα ιρανική κρίση και η δεύτερη με την κρίση του αφθώδους πυρετού. Η μεν πρώτη, γνωρίζουμε ότι θα επηρεάσει αρνητικά την κυπριακή οικονομικά στους τομείς της ενέργειας και του τουρισμού. Η αύξηση στο ενεργειακό κόστος, βραχυπρόθεσμα, θα ξαναξυπνήσει τον πληθωρισμό, που θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του ήδη βεβαρημένου κόστους ζωής. Στον τουρισμό, οι ήδη διαφαινόμενες ακυρώσεις στις τουριστικές κρατήσεις θα επηρεάσουν δυσμενώς τα έσοδα και θα έχουν αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη την οικονομία. Η μεν δεύτερη κρίση, αυτή της κτηνοτροφίας, επίσης δύναται να επηρεάσει τις εξαγωγές τυροκομικών προϊόντων αλλά και ολόκληρη τη διατροφική παραγωγή, αν οι χειρισμοί που γίνονται δεν αποδώσουν τα αναμενόμενα.
Η διάρκεια και η εξέλιξη των δύο αυτών κρίσεων θα καθορίσουν και την ένταση των επιπτώσεών τους στην οικονομία. Σίγουρα, όμως, θα προστεθούν στις ήδη σημαντικές και γνωστές δομικές αδυναμίες της κυπριακής οικονομίας, κυρίως γύρω από το ενεργειακό, αλλά και τις υπόλοιπες στρεβλώσεις που τη χαρακτηρίζουν. Αλλά και οι δύο κρίσεις δεν είναι τόσο τρομακτικές όσο φαίνονται, ειδικά αν αντιμετωπιστούν εγκαίρως και επαρκώς. Και εδώ είναι η ουσία του ζητήματος. Πόσο «επαρκώς» και το πόσο «εγκαίρως» μπορεί η Κύπρος να διαχειριστεί την αύξηση του ενεργειακού κόστους; Το αφήνω στον καθένα να το κρίνει… Από την άλλη, το πλήγμα στην κτηνοτροφία, επίσης το αφήνω στον καθένα να το κρίνει… Το τρίτο, για τον τουρισμό επίσης…
Γι' αυτό, εκείνο που αξίζει να ξαναειπωθεί είναι ότι η Κύπρος θα κληθεί να διαχειριστεί τις συνέπειες αυτών των κρίσεων σε περιβάλλον υπαρχουσών και δυστυχώς αμετάβλητων εσωτερικών προκλήσεων. Προκλήσεων που αφορούν την πιστοληπτική ικανότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων, την ελλειμματική παραγωγικότητα του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τη μεγάλη και εμφανή διάκριση σε όλους τους δείκτες των «ντόπιων» και των «ξένων» εργαζομένων και επιχειρήσεων και τη συνεχιζόμενη δομική απόκλισή τους, του υψηλού κόστους στέγασης, καθώς και την αυξανόμενη κατανάλωση και συνακόλουθη αύξηση των εισαγωγών και τη διεύρυνση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Με λίγα λόγια, όλα αυτά θα «δείξουν τα δόντια τους» επειδή οι δύο κρίσεις προστίθενται στις ήδη υπάρχουσες που εξελίχθηκαν σε δομικές αδυναμίες, αλλά «κρύβονται» πίσω από τον μειούμενο δείκτη του δημόσιου χρέους και του δημοσιονομικού ελλείμματος.
Όλα τα πιο πάνω, βέβαια, είναι γνωστά και τυγχάνουν της δέουσας αξιολόγησης από τους αρμόδιους, τόσο εντός της κυβέρνησης όσο και εντός των θεσμικών δρώντων της οικονομίας και δη των τραπεζών, των σημαντικών συμβουλευτικών οίκων, των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων και βιομηχανιών. Τουλάχιστον, αυτό ελπίζουμε όλοι ότι γίνεται και ότι κάπου κάθονται κάποιοι επαρκώς καταρτισμένοι συνάδελφοί μας και εργάζονται μεθοδικά επί των σεναρίων και των τρόπων και μηχανισμών διαχείρισης των δυνητικών επιπτώσεών τους. Έτσι δεν είναι;
Επειδή αν δεν γίνεται κάτι τέτοιο, θα ήταν καλό να γίνει αμέσως. Όχι υπό τη μορφή «συσκέψεων» και «κουβέντας» στο γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας και κατάθεσης και ικανοποίησης αιτημάτων «κρατικής στήριξης». Ούτε υπό τη μορφή ακαδημαϊκής άσκησης και δημοσιογραφικών συζητήσεων, αλλά πραγματικής μελέτης στη βάση δεδομένων. Όχι ευχών, όχι «υπολογισμών» αλλά, επαναλαμβάνεται, δεδομένων! Επειδή μόνο έτσι θα μπορέσουμε να δράσουμε σωστά και αποτελεσματικά. Όταν, δηλαδή, διαπιστώσουμε αυτά που ξέρουμε, αυτά που δεν ξέρουμε και αυτά που δεν ξέρουμε ότι δεν ξέρουμε, για να παραφράσω τη γνωστή και πολυδιαφημιζόμενη «ρήση» του τότε ΥΠΑΜ των ΗΠΑ Ράμσφελντ…






