Σε επιβεβαίωση των αξιολογήσεων της Κύπρου σε A-/A-2, προχώρησε ο οίκος αξιολόγησης Standard and Poor’s με τις προοπτικές να παραμένουν θετικές.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του οίκου, oι θετικές προοπτικές αντικατοπτρίζουν την άποψη ότι η εξωτερική απόδοση της Κύπρου θα μπορούσε να ξεπεράσει την πρόβλεψή του τα επόμενα δύο χρόνια λόγω του ταχύτερου ρυθμού μείωσης της εξωτερικής μόχλευσης της οικονομίας, ακόμη και εν μέσω των αβεβαιοτήτων που δημιουργεί η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Δεδομένης της συνεχιζόμενης εξωτερικής και δημοσιονομικής απομόχλευσης της Κύπρου, παράλληλα με την ουσιαστική οικονομική της ανάπτυξη, τονίζει ο οίκος, αναμένεται ότι η οικονομία θα αντέξει τις επιπτώσεις της τρέχουσας σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Ο οίκος αναμένει πιθανές επιπτώσεις, όπως μια προσωρινή επιβράδυνση της ανάπτυξης -ιδίως στον τουρισμό και τη ναυτιλία- υψηλότερο πληθωρισμό λόγω των αυξανόμενων τιμών ενέργειας και ένα διευρυνόμενο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών φέτος λόγω της εξάρτησης της Κύπρου από τις εισαγωγές ενέργειας. Η έκταση αυτών των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης.
Οι τιμές της ενέργειας αποτελούν το κύριο σημείο πίεσης για την οικονομία της Κύπρου στην τρέχουσα γεωπολιτική κατάσταση, καθώς η χώρα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου. Το κόστος ενέργειας της Κύπρου είναι ήδη από τα υψηλότερα στην ΕΕ.
Στο 2,8% η ανάπτυξη το 2026
Ο οίκος προβλέπει ότι η οικονομία της Κύπρου θα αναπτυχθεί κατά περίπου 2,8% φέτος, παρά τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, καθώς η εγχώρια ζήτηση θα καταστεί σημαντικότερος μοχλός ανάπτυξης, με την ιδιωτική κατανάλωση να επωφελείται από τους υψηλότερους πραγματικούς μισθούς και τις ιδιωτικές επενδύσεις, οι οποίες συμπληρώνονται από δημόσιες επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από κεφάλαια του NGEU.
Αναμένεται ότι το καθαρό δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται απότομα τα επόμενα χρόνια, υποχωρώντας στο 32% του ΑΕΠ έως το 2029 από 96% το 2020, λόγω των συνεχιζόμενων υψηλών δημοσιονομικών πλεονασμάτων από τα απροσδόκητα έσοδα μιας ακμάζουσας οικονομίας και μιας ισχυρής αγοράς εργασίας.
Ταυτόχρονα, σημειώνεται, το εξωτερικό χρέος της Κύπρου συνεχίζει να μειώνεται λόγω των ισχυρών εξαγωγών υπηρεσιών και των εισροών άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) που υπερβαίνουν τις εκροές πρωτογενούς εισοδήματος.
Ισχυρή ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια
Παρά τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, o οίκος αναμένει ότι η οικονομία της Κύπρου θα διατηρήσει ισχυρή ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια. Προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά μέσο όρο 2,8% μεταξύ 2026 και 2029, υποστηριζόμενη από την ισχυρή εγχώρια ζήτηση.
Μια υγιής αγορά εργασίας που χαρακτηρίζεται από υψηλή απασχόληση και αύξηση των πραγματικών μισθών, προσθέτει, αναμένεται να στηρίξει την ιδιωτική κατανάλωση. Αυτό παρέχει ένα προστατευτικό στοιχείο έναντι πιθανών αρνητικών δευτερογενών επιπτώσεων από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τους σημαντικούς τομείς του τουρισμού και της ναυτιλίας της Κύπρου, καθώς και τις τιμές του πετρελαίου, αν και επί του παρόντος ο οίκος αξιολογεί αυτές τις επιπτώσεις σχετικά βραχυπρόθεσμες.
Ανθεκτική στις κρίσεις
Ο οίκος υπογραμμίζει ότι η κυπριακή οικονομία έχει μέχρι στιγμής αποδειχθεί ανθεκτική στις συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Σημειώνεται ότι ένας σημαντικός αριθμός εταιρειών, ιδίως στον τομέα των Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνίας (ΤΠΕ), έχουν μετεγκατασταθεί στην Κύπρο από αυτές τις περιοχές.
Ενώ αυτές οι μετεγκαταστάσεις και ένας ακμάζων τουριστικός τομέας συνέβαλαν στην άνθηση της οικονομίας της Κύπρου τα τελευταία χρόνια, αναμένεται ότι αυτή η δυναμική θα μετριαστεί, καθώς ο τουρισμός λειτουργεί σχεδόν στο μέγιστο της δυναμικότητάς του και οι περαιτέρω μεγάλης κλίμακας μετεγκαταστάσεις ΤΠΕ είναι απίθανες.
Ο οίκος αξιολογεί επίσης την άμεση έκθεση της Κύπρου στην μεταβαλλόμενη εμπορική πολιτική και τους δασμούς των ΗΠΑ ως περιορισμένη, δεδομένου του μικρού μεριδίου της, ύψους 3%, στις εξαγωγές αγαθών προς τις ΗΠΑ. Ωστόσο, οι έμμεσες επιπτώσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν κίνδυνο εάν η ανάπτυξη επιβραδυνθεί σε βασικούς ευρωπαίους εμπορικούς εταίρους.
Άνω του 3% τα πλεονάσματα μέχρι το 2029
Ο οίκος προβλέπει δημοσιονομικά πλεονάσματα κατά μέσο όρο άνω του 3% του ΑΕΠ έως το 2029, μειώνοντας το καθαρό χρέος της γενικής κυβέρνησης σε ελαφρώς πάνω από 30% του ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο.
Αυτή η απομόχλευση έχει καταστεί δυνατή, επισημαίνεται, από την οικονομική ανάπτυξη κατά μέσο όρο περίπου 5% σε πραγματικούς όρους μεταξύ 2022 και 2025, τροφοδοτούμενη κυρίως από έναν ακμάζοντα τομέα υπηρεσιών - ιδίως του τουρισμού και των υπηρεσιών τεχνολογίας.
Αναμένεται ότι η εγχώρια ζήτηση θα οδηγεί ολοένα και περισσότερο την ανάπτυξη, ενισχυμένη από μια ισχυρή αγορά εργασίας, αυξανόμενα εισοδήματα και σημαντικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαίων της Νέας Γενιάς της ΕΕ (NGEU).
Τράπεζες
Όσον αφορά τις κυπριακές τράπεζες, σημειώνεται ότι έχουν απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος των πιστωτικών ζημιών που σχετίζονται με την εκκαθάριση των ισολογισμών τους και καταγράφουν ρεκόρ κερδοφορίας και υψηλά αποθέματα κεφαλαίου και ρευστότητας.
Μετά από χρόνια σημαντικών πωλήσεων, διαγραφών και ανακτήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων, η ποιότητα του ενεργητικού του τραπεζικού τομέα έχει ενισχυθεί σημαντικά. Ο μέσος δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων του τομέα συνέχισε να μειώνεται στο 3,2% τον Δεκέμβριο του 2025. Ωστόσο, χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, η οποία περιλαμβάνει ανοίγματα σε κεντρικές τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα, ο δείκτης θα ήταν περίπου 1,6% - κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Παρά τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων του τραπεζικού τομέα, το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων περιουσιακών στοιχείων εντός του συστήματος που κατέχουν εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων (CAC) παραμένει υψηλό. Αυτά είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που εκχώρησαν οι τράπεζες κατά τη διάρκεια των μεγάλων προηγούμενων εκκαθαρίσεων του τομέα.
Πάνω από το 40% του συνόλου του χρέους του ιδιωτικού τομέα εξακολουθεί να είναι μη εξυπηρετούμενο και κατέχεται κυρίως από CAC, αν και τα αποθέματα συνεχίζουν να μειώνονται. Μετά από χρόνια πτώσης, το απόθεμα της εγχώριας πίστωσης αυξήθηκε για πρώτη φορά το 2025 κατά 2,5%.
Σενάρια υποβάθμισης ή αναβάθμισης
Όπως αναφέρεται, ο οίκος θα μπορούσε να προχωρήσει σε μείωση των αξιολογήσεων εάν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή οδηγήσει σε ένα σημαντικό σοκ για τη μικρή οικονομία της Κύπρου, επιδεινώνοντας την ανάπτυξη, τα δημόσια οικονομικά και τον τραπεζικό τομέα της Κύπρου.
Αντίθετα, θα μπορούσε να αναβαθμίσει τις αξιολογήσεις εάν η θέση του εξωτερικού χρέους της Κύπρου συνέχιζε να ενισχύεται με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι αναμένει σήμερα, κάτι που αντικατοπτρίζεται σε μια διαρκή περαιτέρω μείωση της καθαρής εξωτερικής μόχλευσης, λόγω της συνεχιζόμενης ισχυρής ανάπτυξης και των δημοσιονομικών εσόδων, σε ένα πλαίσιο χαλάρωσης των εντάσεων στη Μέση Ανατολή.
Παρόλο που η Κύπρος καταγράφει ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, υποδεικνύει, αυτά τείνουν να χρηματοδοτούνται από καθαρές εισροές ΞΑΕ, υποστηρίζοντας τη συνεχιζόμενη μείωση του εξωτερικού χρέους τα τελευταία χρόνια.






