Οι αποκαλύψεις του δημοσιογράφου Μακάριου Δρουσιώτη για θεσμική διαφθορά και διαπλοκή, αλλά και η περιγραφή μιας «σάπιας ελίτ» που δεν υπόκειται στους ίδιους κανόνες με την υπόλοιπη κοινωνία, είναι σοκαριστικές. Προσωπικά, ελπίζω αυτή τη φορά ο συνάδελφος να έχει άδικο και να διαψευστεί. Πρώτα απ’ όλα για τα θύματα, καθώς εύχομαι σε κανέναν να μην έχουν συμβεί τα όσα φρικτά καταγράφει ο συνάδελφος και πολιτευτής με το Volt Κύπρου. Αλλά και γιατί, αν όλα αυτά αποτελούν πραγματικότητα, τότε όσοι μπορούν θα πρέπει να σηκωθούν να φύγουν από το νησί.
Για όσους όμως θα παραμείνουμε εδώ, είτε ισχύουν είτε όχι τα όσα γράφει ο κ. Δρουσιώτης, η απαίτηση οφείλει να είναι μία: άμεσες και ολοκληρωτικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα καθιστούν σαφές ότι η χώρα δεν ανέχεται τη διαφθορά και πως κανένας δεν είναι υπεράνω του νόμου.
Ανεξαρτήτως της εγκυρότητας των καταγγελιών, η πραγματικότητα είναι αδυσώπητη. Eνα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν τις αποκλείει. Θεωρεί πως η χώρα είναι αντιμέτωπη με θεσμούς που υπολειτουργούν και πως δεν ισχύουν οι ίδιοι κανόνες για όλους. Το φαινόμενο αυτό μεταφράζεται σε ψήφους διαμαρτυρίας ή αποχή σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, ενώ το παρακολουθούμε καθημερινά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις προσωπικές μας συναναστροφές.
Ιστορικά, μια τέτοια κατάσταση θυμίζει τη Σοβιετική Ένωση και τις πολιτικές της «Περεστρόικα» (αναδιάρθρωση) και της «Γκλάσνοστ» (διαφάνεια) που εισήγαγε ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ λίγα χρόνια πριν από την κατάρρευση. Και η λέξη-κλειδί είναι η «διάλυση». Όταν φτάνεις στο σημείο να υπάρχει καθολική απαίτηση για διαφάνεια και δικαιοσύνη, ίσως να μην υπάρχει επιστροφή για το κράτος — τουλάχιστον όχι όπως το ήξερες.
Το δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να προχωρήσουμε σε μεταρρυθμίσεις, αλλά το πόσο γρήγορα μπορούμε να τρέξουμε τις διαδικασίες πριν εκπνεύσει ο χρόνος. Δεν είναι οι μεταρρυθμίσεις που θα τινάξουν τη χώρα στον αέρα, αλλά η απουσία ουσιαστικών αλλαγών και ο εκσυγχρονισμός που καθυστερεί επί μακρόν. Η κατοχύρωση δικαιωμάτων σε ομάδες με προνομιακή πρόσβαση στα κέντρα εξουσίας ενισχύει την αίσθηση ότι ένα μέρος της κοινωνίας μένει πίσω.
Το συνταξιοδοτικό δύο ταχυτήτων, οι εργασιακές διακρίσεις με χαρακτηριστικό παράδειγμα την επιλεκτική καταβολή της ΑΤΑ, η αποζημίωση «κουρεμένων» καταθετών χωρίς εισοδηματικά κριτήρια και μια φορολογική μεταρρύθμιση που δεν λαμβάνει υπόψη τους χαμηλόμισθους, ενισχύουν την εικόνα πως το κράτος δεν ανήκει σε όλους.
Το ίδιο συμβαίνει και με τη δικαιοσύνη. Δεν χρειαζόταν να περιμένει κανείς τις καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη για να αμφισβητήσει τον θεσμό. Το περί δικαίου αίσθημα έχει προ πολλού κλονιστεί. Σίγουρα κανείς δεν επιθυμεί «λαϊκά δικαστήρια», αλλά όταν για παρόμοιες υποθέσεις άνθρωποι οδηγούνται στη φυλακή στην Ελλάδα, ενώ στην Κύπρο «πετάμε χαρταετό», υπάρχει σοβαρό ζήτημα.
Πρόβλημα υπάρχει επίσης με όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας και εμπλέκουν την πολιτική ελίτ, χωρίς ωστόσο να υπάρξουν καταδίκες ή με πορίσματα που δεν καταλήγουν ποτέ σε δίκες. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν θεωρήσουμε πως όσα δημοσιεύονται είναι αποκυήματα «νοσηρής φαντασίας», η ανάγκη για τομές είναι επιτακτική.
Αν η απάντηση παραμένει το κυνικό «this is Cyprus» και σε όποιον αρέσει, τότε η μετανάστευση φαντάζει ως επιλογή. Για όσους όμως είναι πια αργά, τι έχουν να περιμένουν πέρα από μια ηγεσία που θα βγει μπροστά για να «καθαρίσει» το τοπίο; Αν δεν υπάρχει τέτοια διάθεση, υπάρχουν οι βουλευτικές εκλογές του 2026 και, συντομότερα από όσο νομίζουμε, οι προεδρικές του 2028. Εκτός και αν στο μεσοδιάστημα μας προλάβει το αναπάντεχο: μια οικονομική κρίση που, όπως συνέβη στο παρελθόν με μεγαλύτερα κράτη, οδηγεί σε διάλυση ή συρρίκνωση. Προς τα εκεί οδεύουμε;







