Πέντε υπουργοί Οικονομικών κρατών-μελών της ΕΕ (μεταξύ των οποίων και μεγάλων οικονομιών), έχουν εισηγηθεί (ξανά) τη φορολόγηση των υπερκερδών, κυρίως των πολυεθνικών κολοσσών, που προκύπτουν από την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η εισήγηση παραπέμπει σε αντίστοιχο μέτρο που είχε εφαρμοστεί κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19, ενισχύοντας την ιδέα μιας παρόμοιας προσέγγισης. Τότε, είχε επιβληθεί στις εταιρείες συνολική φορολόγηση ύψους 28 δισ. ευρώ.
Μέχρι εδώ, όλα φαίνονται εύλογα. Πώς όμως προέκυψε αυτό το ποσό; Οι εταιρείες φορολογήθηκαν με ελάχιστο συντελεστή 33% επί των κερδών που υπερέβαιναν κατά περισσότερο από 20% τον μέσο όρο των ετήσιων φορολογητέων κερδών τους για την περίοδο 2018–2021.
Με μια απλουστευτική προσέγγιση, η ΕΕ εισάγει πετρέλαιο και προϊόντα πετρελαίου αξίας περίπου 400 δισ. ευρώ ετησίως. Σε ορίζοντα τετραετίας (περίοδος για την οποία επιβλήθηκε η φορολογία), αυτό αντιστοιχεί σε 1,6 τρισεκατομμύρια ευρώ. Τα 28 δισ. ευρώ αντιστοιχούν μόλις στο 1,75% αυτού του ποσού. Αν συνυπολογιστούν και τα υπόλοιπα κόστη μέχρι να φτάσουν τα προϊόντα στους τελικούς χρήστες (νοικοκυριά και επιχειρήσεις), προκύπτει ότι, το αντίκτυπο - όλη αυτή η παρέμβαση αφορά λιγότερο από το 1% της τελικής τιμής.
Συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν την αξιολογεί κανείς θετικά ή αρνητικά, η συγκεκριμένη πολιτική δεν φαίνεται να είχε ουσιαστικό οικονομικό αντίκτυπο, αλλά περισσότερο χαρακτήρα εντυπωσιασμού.
Τους τελευταίους μήνες, η τιμή του πετρελαίου αυξήθηκε κατά 40%–60%, ενώ οι τιμές των τελικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά 20%–35%.
Τι συνέβη όμως με το κόστος μεταφοράς; Δηλαδή, με τις χρεώσεις των δεξαμενοπλοίων; Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι πιο ενδεικτικό να μιλά κανείς για πολλαπλασιασμό παρά για ποσοστιαία αύξηση. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία (https://www.lloydslist.com/LL1156492/Crude-tanker-rates-in-unchartered-territory-VLCC-index-tops-420K), τα ναύλα έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα πολλαπλάσια των προηγούμενων.
Τα υπερκέρδη αυτών των εταιρειών είναι αναλογικά σημαντικά υψηλότερα, ωστόσο δεν αποτελούν αντικείμενο φορολόγησης. Δεν αποτελούν καν θέμα συζήτησης. Αντιθέτως, ενσωματώνονται στο κόστος των εταιρειών που τελικά θα φορολογηθούν.
Ακόμη και αν υποστηρίξει κανείς ότι τέτοια μέτρα έχουν αξία για λόγους πολιτικής ή κοινωνικής αποδοχής, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι μακροχρόνιες επιπτώσεις τους.
Οι εταιρείες που στοχοποιούνται, καταγράφουν — ορθά ή λανθασμένα — ένα σαφές μήνυμα: ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει πολιτική βούληση για επιλεκτική και ενίοτε αναδρομική φορολόγηση. Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο. Αν δεν το έχουν ήδη πράξει, θα προσλάβουν τους καλύτερους φορολογικούς συμβούλους, θα ενισχύσουν τις φορολογικές τους δομές, και θα μεταφέρουν κέρδη και χειρότερα, δραστηριότητες εκτός ΕΕ.
Το μεσο-μακροπρόθεσμο κόστος για την ευρωπαϊκή οικονομία ενδέχεται να υπερβεί οποιοδήποτε πρόσκαιρο όφελος, ενώ δεν μπορεί να αποκλειστεί και η απώλεια θέσεων εργασίας.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οποιαδήποτε φορολογική είσπραξη από υπερκέρδη είναι εκ των πραγμάτων χρονικά καθυστερημένη. Μέχρι τότε, η κρίση που προκάλεσε τις αυξήσεις ενδέχεται να έχει ήδη εκτονωθεί.
Ίσως θα ήταν προτιμότερο, οι υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ να επικεντρωθούν στην υλοποίηση των εισηγήσεων και διαπιστώσεων της έκθεσης Ντράγκι, και άλλων αντίστοιχων στρατηγικών πρωτοβουλιών. Τα μέτρα που συζητούνται σήμερα, δύσκολα θα επιφέρουν ουσιαστικά αποτελέσματα και ενδέχεται να προκαλέσουν περισσότερη ζημιά παρά όφελος. Τα μέτρα που εισηγείται η έκθεση Ντράγκι θα επιφέρουν μεγαλύτερο – θετικότερο αποτέλεσμα και θα περιορίσουν πιο αποτελεσματικά τα «υπερκέρδη».







