Ο ανασχηματισμός δεν αποτελεί απλώς μια αλλαγή προσώπων. Είναι το ισχυρότερο πολιτικό εργαλείο που διαθέτει ένας Πρόεδρος για να επανεκκινήσει την κυβέρνησή του, να διορθώσει αδυναμίες και να στείλει μήνυμα προς την κοινωνία ότι αντιλαμβάνεται τις νέες πολιτικές συνθήκες. Στην περίπτωση του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη, η συγκυρία φαίνεται να καθιστά έναν ουσιαστικό ανασχηματισμό περισσότερο αναγκαίο από ποτέ, καθώς το πολιτικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί σημαντικά μετά τις βουλευτικές εκλογές και η δημόσια συζήτηση για βελτιωτικές αλλαγές έχει ενταθεί. Η πίεση προς τον Πρόεδρο δεν είναι μόνο πολιτική αλλά και χρονική, αφού οι κανονισμοί περί συνταξιοδότησης υπουργών, επιβάλλουν να γίνει ο ανασχηματισμός 18 μήνες πριν τη λήξη της θητείας του, δηλαδή έως και τις 15 Ιουλίου. Βεβαίως ο Πρόεδρος μπορεί να κάνει τον ανασχηματισμό του όποτε θέλει, απλώς μετά από αυτή την ημερομηνία θα έχει πολύ περιορισμένες επιλογές.
Γιατί τώρα;
Πρώτον, η κυβέρνηση έχει διανύσει τα δύο τρίτα της θητείας της. Το αρχικό πολιτικό κεφάλαιο που συνοδεύει κάθε νέα διακυβέρνηση έχει σε μεγάλο βαθμό εξαντληθεί. Οι πολίτες δεν αξιολογούν πλέον τις προθέσεις, αλλά τα αποτελέσματα. Ένας ανασχηματισμός αυτή τη στιγμή σύμφωνα με μέλος της κυβέρνησης «είναι αναγκαίος και πρέπει να σχεδιασθεί με κριτήριο τις Προεδρικές του 2028. Ο ανασχηματισμός μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία μιας δεύτερης φάσης διακυβέρνησης, με έμφαση στην αποτελεσματικότητα και την παραγωγή έργου στο εσωτερικό, αφού 'έξω πάμε καλά'».
Δεύτερον, οι βουλευτικές εκλογές δημιούργησαν νέα πολιτικά δεδομένα. Οι ισορροπίες μεταξύ των κομμάτων που στήριξαν τον Πρόεδρο διαφοροποιήθηκαν, γεγονός που αναπόφευκτα επηρεάζει και την πολιτική βάση της κυβέρνησης. Ο Πρόεδρος καλείται να προσαρμόσει το κυβερνητικό σχήμα στις νέες πραγματικότητες, αφού ΕΔΕΚ, ΔΗΠΑ και Οικολόγοι που σε γενικές γραμμές τον στήριζαν, έχουν μείνει εκτός Βουλής λόγω σοβαρής συρρίκνωσης των ποσοστών τους. Στη νέα Βουλή, η μόνη δεδομένη στήριξη που μπορεί να έχει είναι από το ΔΗΚΟ ενώ αλά καρτ, κάποια στήριξη μπορεί να αναμένει από ΔΗΣΥ και ΕΛΑΜ. Με λίγα λόγια η άνεση να ψηφίζονται κυβερνητικά νομοσχέδια τους τελευταίους 18 μήνες της διακυβέρνησης Χριστοδουλίδη θα περιοριστεί ίσως και δραστικά.
Τρίτον, υπάρχουν υπουργοί που έχουν φθαρεί πολιτικά είτε λόγω χειρισμών, είτε επειδή έχουν παραμείνει στο επίκεντρο της δημόσιας κριτικής για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο οι ευθύνες είναι προσωπικές ή συλλογικές, η εικόνα μιας κυβέρνησης επηρεάζεται από την εικόνα κάθε υπουργού. Όταν η δημόσια συζήτηση στρέφεται γύρω από πρόσωπα και όχι γύρω από το κυβερνητικό έργο, τότε η αλλαγή προσώπων μπορεί να μετατοπίσει το ενδιαφέρον στην ουσία της πολιτικής. Ήδη η υπουργός Γεωργίας η οποία δέχθηκε διορισμό στη Μέση Εκπαίδευση θεωρείται υπό αντικατάσταση, ενώ και κάποιοι υπουργοί περισσότερο τεχνοκράτες και λιγότερο πολιτικοί, βρίσκονται υπό σκέψη. Τα χέρια του Προέδρου θα ήταν λυμένα αν το πρέσινγκ προς τον ΔΗΣΥ να μπει στην κυβέρνηση απέδιδε. Αυτό δεν κατέστη δυνατόν για δύο λόγους. Πρώτον η ενίσχυση του κόμματος στις βουλευτικές (27,2%) έδωσε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στην ηγεσία του για αυτόνομες αποφάσεις. Δεύτερον, ακόμα και πιο χαμηλό ποσοστό να έπαιρνε ο ΔΗΣΥ, λίγα θα άλλαζαν στις σκέψεις και τις διαθέσεις της μεγάλης πλειοψηφίας των Συναγερμικών που θεωρούν ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης «πλήγωσε το κόμμα στις Προεδρικές του 2023».
Τέταρτον, η κυβέρνηση χρειάζεται μια νέα επικοινωνιακή δυναμική. Ένα από τα βασικά προβλήματα που επισημαίνουν ακόμη και στελέχη της συμπολίτευσης είναι ότι αρκετές κυβερνητικές πρωτοβουλίες δεν φτάνουν αποτελεσματικά στην κοινωνία. Ένας ανασχηματισμός μπορεί να φέρει υπουργούς με μεγαλύτερη πολιτική εμπειρία, καλύτερες επικοινωνιακές δεξιότητες και μεγαλύτερη ικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Βέβαια, προς αυτή την κατεύθυνση, θα πρέπει να αλλάξουν πολλά και στην επικοινωνιακή ομάδα του προεδρικού η οποία ζει υπό τη σκιά του, αφού μόνον ο Πρόεδρος μιλά. Την ίδια στιγμή, παραμένει ενεργή η ομάδα των ΜΚΔ την οποία στελεχώνουν παλιομοδίτες του είδους, οι οποίοι (όπως έκαναν και το 2023) επικεντρώνονται στους αντιπάλους του κ. Χριστοδουλίδη και με ποταπά μέσα επιχειρούν να τους διαπομπεύσουν. Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι γύρω από τον Νίκο Χριστοδουλίδη «λειτουργεί ένα μικρό παρακράτος το οποίο δεν διστάζει να καταφύγει ακόμα και σε ανίερες μεθοδεύσεις για να πετύχει αυτό που συμφέρει τον κ. Πρόεδρο».
Πέμπτον, ο χρονικός ορίζοντας μέχρι τις Προεδρικές εκλογές του 2028 καθιστά την παρούσα περίοδο ιδανική για διορθωτικές κινήσεις. Όσοι υπουργοί αναλάβουν τώρα θα έχουν αρκετό χρόνο για να παρουσιάσουν απτό έργο, χωρίς να θεωρηθεί ότι πρόκειται για καθαρά προεκλογική επιλογή. Αναλυτές εκτιμούν ότι ο στόχος είναι η συγκρότηση ενός κυβερνητικού σχήματος με ορίζοντα το 2028 και όχι απλώς μια βραχυπρόθεσμη διαχείριση.
Υπάρχει ακόμη ένας λόγος. Ένας Πρόεδρος που προχωρεί σε ανασχηματισμό δείχνει ότι δεν θεωρεί το κυβερνητικό σχήμα αμετάβλητο. Στέλνει μήνυμα λογοδοσίας προς τους υπουργούς του αλλά και προς την κοινωνία ότι η απόδοση αξιολογείται και ότι κανείς δεν θεωρείται αναντικατάστατος. Αυτή η εικόνα πολιτικής αποφασιστικότητας μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία της διακυβέρνησης.
Βεβαίως, ένας ανασχηματισμός από μόνος του δεν λύνει προβλήματα. Αν περιοριστεί σε εναλλαγή προσώπων χωρίς αλλαγή τρόπου λειτουργίας, χωρίς καλύτερο συντονισμό και χωρίς σαφείς πολιτικές προτεραιότητες, το όποιο θετικό αποτέλεσμα θα είναι προσωρινό. Αντίθετα, εάν συνοδευτεί από σαφείς στόχους, αυστηρή αξιολόγηση των υπουργών και επιλογές που βασίζονται στην επάρκεια και όχι μόνο στις πολιτικές ισορροπίες, μπορεί να αποτελέσει πραγματική επανεκκίνηση της κυβέρνησης.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Νίκο Χριστοδουλίδη δεν είναι, επομένως, αν θα προχωρήσει σε ανασχηματισμό. Είναι αν θα αξιοποιήσει την ευκαιρία για να αλλάξει όχι μόνο τα πρόσωπα, αλλά και τον ρυθμό, την αποτελεσματικότητα και την εικόνα της διακυβέρνησής του με πρώτη και καλύτερη τη δική του εικόνα, αφού ο Κύπριος πολίτης πλέον σκωπτικά λόγω των συνεχών του ταξιδιών, δεν τον θεωρεί Πρόεδρο, αλλά τουρίστα. Αυτό είναι τελικά το κριτήριο με το οποίο θα αξιολογηθεί τόσο ο ίδιος όσο και η κυβέρνησή του τα επόμενα δύο χρόνια.
Το 18μηνο
Υπάρχει, τέλος, και ένας μη θεσμικός, αλλά ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας χρόνου. Σύμφωνα με τις ισχύουσες πρόνοιες για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των αξιωματούχων, η χρονική στιγμή ενός ανασχηματισμού επηρεάζει και την ελκυστικότητα μιας υπουργικής θέσης. Εάν οι αλλαγές δεν πραγματοποιηθούν μέχρι τα μέσα Ιουλίου, οι νέοι υπουργοί δύσκολα θα συμπληρώσουν την απαιτούμενη περίοδο των 18 μηνών υπηρεσίας μέχρι τη λήξη της παρούσας κυβερνητικής θητείας, γεγονός που σημαίνει ότι δεν θα αποκτήσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από τη συγκεκριμένη θέση. Αυτό αφαιρεί ένα πρακτικό κίνητρο για πρόσωπα που θα καλούνταν να εγκαταλείψουν μια επιτυχημένη επαγγελματική ή πολιτική πορεία για να αναλάβουν ένα απαιτητικό υπουργείο για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Δεν είναι ο καθοριστικός λόγος για έναν ανασχηματισμό, αλλά αποτελεί έναν παράγοντα που περιορίζει τις επιλογές του Προέδρου στην προσπάθειά του να προσελκύσει πρόσωπα υψηλού κύρους και εμπειρίας.
Η επισήμανση αυτή προσθέτει μια λιγότερο γνωστή διάσταση στην ανάλυση, εξηγώντας γιατί η χρονική πίεση δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά και πρακτική ως προς την εξεύρεση ικανών προσώπων για το Υπουργικό Συμβούλιο.







